Προβληματισμό στις επιχειρήσεις πληροφορικής προκαλεί το «ράλι» των τιμών των ηλεκτρονικών εξαρτημάτων.
Του Γ. Κατσιάνη
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, η μεγάλη ζήτηση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια για ηλεκτρονικές συσκευές, όπως υπολογιστές, φορητούς υπολογιστές και smartphones, αυξάνει το κόστος του εξοπλισμού, με επιπτώσεις και στις υπηρεσίες που βασίζονται σε αυτόν.
Η «Κarfitsa» καταγράφει την πορεία των τιμών σε βασικά ηλεκτρονικά εξαρτήματα και τις πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις του κλάδου.
Με τη γλώσσα των αριθμών
Το 2024, οι τιμές των τσιπ μνήμης RAM παρουσίαζαν τριμηνιαίες αυξήσεις περίπου 13% έως 18%. Στα τσιπ αποθήκευσης NAND Flash, που χρησιμοποιούνται στους δίσκους στερεάς κατάστασης (SSD), οι αυξήσεις έφτασαν το 15% έως 20%, κυρίως κατά το δεύτερο τρίμηνο του έτους.
Το τελευταίο τρίμηνο του 2025, οι τιμές των τσιπ μνήμης RAM αυξήθηκαν κατά 45% έως 50%, ενώ στα τσιπ αποθήκευσης NAND Flash καταγράφηκαν αυξήσεις από 33% έως 38%.
Ωστόσο, οι μεγαλύτερες ανατιμήσεις σημειώνονται φέτος. Το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι σωρευτικές αυξήσεις στις τιμές των τσιπ μνήμης RAM έφτασαν το 223%, ενώ στα τσιπ αποθήκευσης NAND Flash ξεπέρασαν το 200%.

Τι λένε οι επαγγελματίες
Η διεθνής αύξηση των τιμών των μικροκυκλωμάτων μνήμης, που συνδέεται με τη ραγδαία ζήτηση για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και υποδομές δεδομένων, επιφέρει πρόσθετες πιέσεις στις ελληνικές μικρομεσαίες επιχειρήσεις του κλάδου, σύμφωνα με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Επιχειρήσεων Τεχνητής Νοημοσύνης και Τεχνολογιών Πληροφορικής Ελλάδος (ΣΕΤΠΕ), Αναστάσιο Μάνο.

«Οι επιπτώσεις είναι εντονότερες στις επιχειρήσεις που προμηθεύουν εξοπλισμό, εγκαθιστούν και ολοκληρώνουν πληροφοριακά συστήματα και αναπτύσσουν τεχνολογικές υποδομές. Το αυξημένο κόστος προμηθειών συμπιέζει το περιθώριο κέρδους, ιδίως σε έργα με προσυμφωνημένες τιμές, ενώ οι μικρότερες επιχειρήσεις διαθέτουν περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ. Αντίθετα, οι εταιρείες λογισμικού επηρεάζονται κυρίως έμμεσα και σε μικρότερο βαθμό», δήλωσε στην «Κarfitsa» ο κ. Μάνος.
Όπως σημείωσε, οι ανατιμήσεις ενδέχεται να επιβαρύνουν συνολικά το κόστος του ψηφιακού μετασχηματισμού, επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
«Η διαχείριση αυτών των προκλήσεων απαιτεί μεγαλύτερη ευελιξία στις συμβάσεις, έγκαιρο προγραμματισμό προμηθειών και ουσιαστική ενίσχυση της ανθεκτικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων τεχνολογίας, ώστε να συνεχίσουν να συμβάλλουν δυναμικά στην ψηφιακή ανάπτυξη της χώρας», υπογράμμισε ο πρόεδρος του ΣΕΤΠΕ.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται ο γενικός διευθυντής της Tessera Multimedia, μιας από τις παλαιότερες εταιρείες πληροφορικής στη Βόρεια Ελλάδα, Βασίλης Εφόπουλος, ο οποίος απέδωσε τις αυξήσεις στη μεγάλη ζήτηση για την τεχνητή νοημοσύνη.

«Για παράδειγμα, ένα τσιπ μνήμης RAM που κόστιζε 40 ευρώ σήμερα πωλείται 200 ευρώ», δήλωσε στην «Karfitsa» ο κ. Εφόπουλος. Παράλληλα, υποστήριξε ότι, λόγω του υψηλού κόστους των ηλεκτρονικών εξαρτημάτων, μεγάλες εταιρείες, όπως η Apple, προχώρησαν το καλοκαίρι σε αυξήσεις των τιμών των προϊόντων τους κατά 20%.
«Φανταστείτε ότι, για να λειτουργήσει ένα κέντρο δεδομένων, χρειάζονται χιλιάδες μικροκυκλώματα, γεγονός που σημαίνει ότι απαιτείται μεγάλη παραγωγή υλικού για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών», σημείωσε.
Την εικόνα των ανατιμήσεων επιβεβαιώνει, μέσα από τη δική του εμπειρία, ο διευθύνων σύμβουλος της Entranet και συγγραφέας, Λευτέρης Παπαγεωργίου.

«Οι τιμές των μικροκυκλωμάτων αυξάνονται συνεχώς λόγω της αύξησης της ζήτησης. Μια κεντρική μονάδα επεξεργασίας (CPU) που κόστιζε πέρυσι 80 ευρώ τώρα κοστίζει 150 ευρώ», δήλωσε στην «Κarfitsa».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA



