Συνολική ποινή κάθειρξης 7 ετών επέβαλε το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης σ’ έναν 50χρονο οικοδόμο για τη σεξουαλική κακοποίηση μιας ανήλικης που αποκαλύφθηκε από την κινητοποίηση των υπηρεσιών κοινωνικής πρόνοιας, στη Βέροια. Ο κατηγορούμενος κρίθηκε ομόφωνα ένοχος για γενετήσια πράξη με ανήλικο που δεν συμπλήρωσε τα 14 έτη και για κατάχρηση ανικάνου προς αντίσταση σε γενετήσια πράξη, σε βαθμό κακουργήματος.
Ρεπορτάζ: Βασίλης Παπαναστασούλης
Οι τακτικοί δικαστές, κατά πλειοψηφία (2-1), αποφάσισαν η έφεση να μην έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα στην εκτέλεση της ποινής. Ο 50χρονος μετά τη σύλληψη του και την απολογία του στην ανακρίτρια Βέροιας είχε αφεθεί ελεύθερος, με περιοριστικούς όρους, μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης. Μετά την καταδικαστική απόφαση, όμως, οδηγήθηκε στη φυλακή.
Κατά την απολογία του αρνήθηκε τις κατηγορίες που του αποδίδονται. Ισχυρίστηκε πως πήγε στο σπίτι για να επισκευάσει μια βρύση, καθώς διατηρούσε φιλικές σχέσεις με την οικογένεια της παθούσας ενώ επέμεινε ότι δεν άγγιξε καθόλου το κορίτσι και ότι τον ενέπλεξαν άδικα.
Κινητοποίηση κοινωνικών υπηρεσιών
Οι πράξεις τελέστηκαν στη Βέροια στις 11 Νοεμβρίου 2019 και ο 50χρονος παραπέμφθηκε να δικαστεί για τη σεξουαλική κακοποίηση της 12χρονης η οποία δεν βρήκε στήριξη από τη μητέρα και τον πατέρα της. Ουσιαστικό ρόλο στην υπόθεση διαδραμάτισαν οι κοινωνικές υπηρεσίες για την προστασία των ανήλικων παιδιών, που μεγαλώνουν σε ανεπαρκές οικογενειακό περιβάλλον. Εστάλη σχετικό έγγραφο προς την εισαγγελία Πρωτοδικών Βέροιας και έτσι κινήθηκε η ποινική διαδικασία.
Μετά την αναφορά κοινωνικής λειτουργού, στις 18 Νοεμβρίου 2019, ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος του συγκεκριμένου άνδρα για γενετήσια πράξη με ανήλικο και για κατάχρηση ανικάνου προς αντίσταση σε γενετήσια πράξη. Αρχικά κατηγορούμενη είχε καταστεί και η μητέρα της ανήλικης για συνέργεια στη γενετήσια πράξη με ανήλικο αλλά στη συνέχεια απαλλάχθηκε με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Βέροιας καθώς διαπιστώθηκε ότι η γυναίκα εμφανίζει ελαφρά νοητική υστέρηση, με νοημοσύνη που βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο.
Η τελευταία μαζί με τον σύζυγό της απέκτησαν τρία παιδιά, δύο κορίτσια ηλικίας 17 και 15 χρόνων κι ένα αγόρι 12 χρόνων (σήμερα). Από το 2014, κατόπιν καταγγελιών για τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης τους, η οικογένεια παρακολουθείται συστηματικά από κοινωνικούς λειτουργούς στη Βέροια και στη Νάουσα.
Σύμφωνα με σχετική αξιολόγηση, η παθούσα – μεγαλύτερη αδελφή της οικογένειας- ενώ φοιτούσε στην Α’ Δημοτικού διαπιστώθηκε ότι παρουσιάζει γενικευμένες δυσκολίες μάθησης και αδυναμίες στην αλληλεπίδραση της με το περιβάλλον και προτάθηκε η υποστήριξη του παιδιού μέσα από εξειδικευμένο πρόγραμμα παρέμβασης. Τα παιδιά παρέμειναν στην οικογένεια με μεγαλύτερη πλαισίωση από τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες.
Η αναισθησία πατέρα και μητέρας
Την 14η Νοεμβρίου 2019, η μεσαία αδελφή προσερχόμενη σε Κέντρο Ημερήσιας Φροντίδας ανέφερε σε κοινωνική λειτουργό ότι επισκεπτόταν το σπίτι τους κάποιος γείτονας (ο καταδικασθείς) τις ώρες που απουσιάζει ο πατέρας τους από το σπίτι. Είπε ότι, μια μέρα, την ώρα που η μητέρα της βρισκόταν στην αυλή της οικίας, αυτός ο άνδρας άρχισε να θωπεύει την μεγαλύτερη αδελφή της σε απόκρυφα σημεία.
Ακόμη επισήμανε πως η μητέρα της όταν εισήλθε στο καθιστικό
υπήρξε κι αυτή αυτόπτης μάρτυρας της σκηνής, ωστόσο, κατά τους ισχυρισμούς της δεύτερης κόρης, δεν εκδήλωσε καμία ενόχληση ούτε και αντέδρασε βλέποντας τη συγκεκριμένη πράξη. Οι κοινωνικοί λειτουργοί επικοινώνησαν άμεσα με την ανήλικη παθούσα, η οποία ενώπιον τους παραδέχτηκε τα παραπάνω και μάλιστα υπέδειξε πάνω σε μία αποτύπωση του ανθρώπινου σώματος τα σημεία στα οποία την άγγιξε ο κατηγορούμενος.
Στη συζήτηση που έγινε με τη μητέρα, αν και αρχικά αυτή αρνιόταν το παραπάνω γεγονός στη συνέχεια μετά την παρότρυνση της δεύτερης κόρης της, η οποία της έλεγε να πει την αλήθεια γιατί φοβόταν ότι ο κατηγορούμενος θα προέβαινε πάλι στις ίδιες ενέργειες, παραδέχτηκε τελικά ότι αντιλήφθηκε τι έγινε χωρίς να μπορεί να δώσει κάποια εξήγηση για την έλλειψη αντίδρασης της. Η ίδια ανέφερε ότι το είπε στον σύζυγό της ο οποίος όμως δεν της έδωσε καμία σημασία.
Κατά την επικοινωνία των κοινωνικών λειτουργών με τον πατέρα της παθούσας αυτός φέρεται να αρνήθηκε το περιστατικό, αναφέροντας ότι ο κατηγορούμενος δεν έκανε κάτι μεμπτό και φάνηκε περισσότερο εκνευρισμένος με το γεγονός της αποκάλυψης και όχι τόσο με την σεξουαλική παρενόχληση σε βάρος της κόρης του.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA


