Στις 30 Ιουλίου ψηφίστηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης, με τίτλο «Μέτρα για την προστασία από στρατηγικές αγωγές προς αποθάρρυνση της συμμετοχής του κοινού σύμφωνα με την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1069 – Νέο πλαίσιο για τη συμμόρφωση της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις – Λοιπές διατάξεις». Μεταξύ άλλων, αφορά και τον επανακαθορισμό του χρόνου θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων. Στις 4 Αυγούστου δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ.
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΟΥΛΗΣ
Εισήχθη νέα μεταβατική διάταξη με την οποία ορίστηκε ότι η θητεία των τριμελών συμβουλίων διοίκησης των πολιτικών δικαστηρίων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς, τόσο του Πρωτοδικείου όσο και του Εφετείου καθώς και οι διευθύνσεις των Εισαγγελιών Εφετών Αθηνών και των Εισαγγελιών Πρωτοδικών Αθηνών και Θεσσαλονίκης παρατείνεται μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2027.
Με την τροποποίηση σχετικών άρθρων του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών (ΚΟΔΚΔΛ), αυξήθηκε η θητεία τους, από δύο σε τρία έτη. Ουσιαστικά παραμένουν στη θέση τους, για άλλον έναν χρόνο, οι προϊστάμενοι των Εισαγγελιών Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης και Αθήνας, Στυλιανή Γιαϊλόγλου και Αριστείδης Κορέας, οι οποίοι εκλέχτηκαν τον Σεπτέμβριο του 2024.
Έως και τον Σεπτεμβρίου του 2027, για άλλον έναν χρόνο, παρατείνονται και οι θητείες των διοικήσεων στα Τριμελή Συμβούλια Διεύθυνσης των Εφετείων Θεσσαλονίκης, Αθήνας, και Πειραιά, με προέδρους τη Σοφία Μαντζακίδου, τη Σοφία Λιγνού και τη Φεβρωνία Τσερκέζογλου, αντίστοιχα. Και στα Τριμελή Συμβούλια Διευθύνσεων των Πρωτοδικείων Θεσσαλονίκης, Αθήνας και Πειραιά, με προέδρους τους (εφέτες) Πέτρο Αλικάκο, Χριστόφορο Λινό και Γεώργιο Ξυνόπουλο, αντίστοιχα.



Να σημειωθεί ότι έχουν πραγματοποιηθεί άλλες δύο παρατάσεις των θητειών των Τριμελών Συμβουλίων στα μεγάλα Πρωτοδικεία της χώρας, η πρώτη το 2024 λόγω της ενοποίησης του Α’ βαθμού δικαιοδοσίας, η δεύτερη το 2025 εν όψει της εισαγωγής της νέας τακτικής διαδικασίας. Παράλληλα, στο Εφετείο Θεσσαλονίκης είχε παραταθεί μόνο η θητεία της προέδρου Σοφίας Μαντζακίδου -του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Θεσσαλονίκης- λόγω του κτηριακού προβλήματος.
Με την τελευταία παράταση, πέρα από την εναρμόνιση με την πρόβλεψη τριετούς θητείας σ’ όλα τα δικαστήρια που εκλέγουν διοικήσεις, σύμφωνα με νομικούς κύκλους, το υπουργείο Δικαιοσύνης αποσκοπεί στην ορθή εφαρμογή των καινούργιων νόμων που αφορούν στην επιτάχυνση της δικαιοσύνης. Στην περίπτωση του Εφετείου Θεσσαλονίκης αφορά και την ολοκλήρωση της μετακόμισης στο νέο κτηριακό συγκρότημα που αναμένεται να παραδοθεί προς χρήση την άνοιξη του 2027 αλλά και την ανακαίνιση του υπάρχοντος δικαστικού μεγάρου Θεσσαλονίκης, που είναι άγνωστο πότε θα γίνει.
Αντιδράσεις Ενώσεων Εισαγγελέων και Δικαστών
Σχεδόν 10 μέρες πριν τη ψήφιση του εν λόγω νομοσχεδίου, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων επισήμανε ότι το σχετικό άρθρο με το οποίο άλλαξε η διάρκεια της θητείας των διοικήσεων των δικαστηρίων, από τα δύο στα τρία έτη, δεν περιλαμβανόταν στον κείμενο του νομοσχεδίου που εισήχθη προς διαβούλευση. «[…] αυτή η πρακτική της ανανέωσης των θητειών των διοικήσεων, έχει ξεπεράσει κατά πολύ τα όρια της εξαίρεσης και διαμορφώνει τα χαρακτηριστικά ενός νέου κανόνα, ουσιαστικής κατάργησης του αυτοδιοίκητου» αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε σχετική ανακοίνωση.
Όπως επίσης και ότι- μετά την ενοποίηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, το 2024, στα Πρωτοδικεία Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Πειραιώς- οι πρώην Ειρηνοδίκες δεν είχαν την ευκαιρία να ασκήσουν το δικαίωμά τους για συμμετοχή στις αρχαιρεσίες των συμβουλίων διοίκησης των δικαστηρίων στα οποία υπηρετούν. Εν κατακλείδι, τα μέλη της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων δηλώνουν τη σαφή αντίθεσή τους με την προωθούμενη διάταξη. «Σε κάθε περίπτωση, ζητούμε να λάβει χώρα ρητή δέσμευση του Υπουργείου (είτε στην ίδια τη ρύθμιση, είτε στην αιτιολογική έκθεση) ότι καμία άλλη παράταση δεν θα λάβει χώρα στο εξής και ότι η προτεινόμενη θα είναι η τελευταία» αναφέρεται στην ίδια ανακοίνωση.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Ένωση Εισαγγελέων Ελλάδος, αναφέροντας, μεταξύ άλλων, ότι: « Η ρύθμιση αυτή εισάγεται χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστική διαβούλευση με τις δικαστικές ενώσεις, παρότι αφορά τον πυρήνα της οργάνωσης της Δικαιοσύνης. Μεταβατικές ρυθμίσεις τέτοιου περιεχομένου αλλοιώνουν τον χαρακτήρα του αυτοδιοίκητου, ενός θεσμού που διασφαλίζει τη συμμετοχή των δικαστικών και εισαγγελικών λειτουργών στη διαμόρφωση της διοίκησης των υπηρεσιών τους και ενισχύει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA








