Είναι ολοφάνερο ότι τα μέλη της Μπαρτσελόνα, ψήφισαν τον Λαπόρτα, για το πλάνο εξυγίανσης και τις αποφάσεις που πήρε κι όχι τόσο για τις επιτυχίες της ομάδας.
Του Βασίλη Μάστορα
Η Μπαρτσελόνα με εμφατικό τρόπο προκρίθηκε στους «8» του Champions League και παρέμεινε στο κόλπο της κατάκτησης του βαρύτιμου τροπαίου.
Ηδη όμως ο σύλλογος της Καταλανίας έχει κατακτήσει ένα σημαντικότερο τρόπαιο που έχει να κάνει με την οικονομική του επιβίωση. Αποτέλεσμα που έχει την υπογραφή του Ζοάν Λαπόρτα. Του ανθρώπου που μέσα σε πέντε χρόνια κατάφερε να μετατρέψει μία χρεοκοπημένη αθλητική εταιρεία σε μία οικονομική δύναμη. Το αποτέλεσμα της οικονομικής εξυγίανσης της Μπαρτσελόνα επιβραβεύτηκε με την ψήφο των μελών του κλαμπ, 32.934 συνολικά με κάρτα μέλους, τα οποία του έδωσαν το δικαίωμα για την τέταρτη θητεία του στον προεδρικό θώκο.
Ο Λαπόρτα όταν επέστρεψε το 2021 στην προεδρία οι υποχρεώσεις της ομάδας έφταναν τα 1,35 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ η καθαρή θέση του κλαμπ ήταν αρνητική κατά περίπου 451 εκατομμύρια ευρώ. Με απλά λόγια, τα χρέη υπερέβαιναν τα περιουσιακά στοιχεία, κάτι που στην επιχειρηματική γλώσσα θεωρείται κατάσταση τεχνικής χρεοκοπίας.
Ο προκάτοχος του Ζοσέπ Μαρία Μπαρτομέου είχε αυξήσει δραματικά τις δαπάνες, ιδιαίτερα στο μισθολογικό κόστος των ποδοσφαιριστών, το οποίο είχε φτάσει να αντιστοιχεί στο 103% των ετήσιων εσόδων του συλλόγου. Τα διοικητικά έξοδα είχαν αυξηθεί κατά 56% σε λίγα χρόνια, ενώ το κόστος χρηματοδότησης είχε εκτιναχθεί πολλαπλάσια λόγω του αυξανόμενου δανεισμού.
Στη συνέχεια αναζητήθηκαν λύσεις για την σταθεροποίηση της ρευστότητας. Η Μπαρτσελόνα πήρε άμεσα δάνειο 80 εκατομμυρίων ευρώ για να καλύψει τρέχουσες υποχρεώσεις. Παράλληλα προχώρησε σε μεγάλη αναχρηματοδότηση χρέους ύψους σχεδόν 600 εκατομμυρίων ευρώ με διεθνείς επενδυτές, μειώνοντας το κόστος εξυπηρέτησης του δανεισμού. Πήρε όμως και δραστικές αποφάσεις. Το πιο συμβολικό γεγονός ήταν η αποχώρηση του Λιονέλ Μέσι το καλοκαίρι του 2021. Παρά την ιστορική σημασία του Αργεντινού για το κλαμπ, η Μπαρτσελόνα δεν μπορούσε να τον κρατήσει χωρίς να παραβιάσει το salary cap (δηλαδή το μισθολογικό πλαφόν) της La Liga, του ισπανικού πρωταθλήματος. Η διοίκηση επέλεξε να μειώσει δραστικά το μισθολογικό κόστος και να επαναφέρει το μισθολογικό μοντέλο σε βιώσιμα επίπεδα.
Στη συνέχεια η Μπαρτσελόνα πούλησε ποσοστό των μελλοντικών τηλεοπτικών της δικαιωμάτων του πρωταθλήματος για περίπου 668 εκατομμύρια ευρώ, ενώ προχώρησε και στην πώληση μεριδίων σε θυγατρικές δραστηριότητες όπως τα ψηφιακά media και τα στούντιο του συλλόγου. Οι κινήσεις αυτές προσέφεραν άμεση ρευστότητα. Επέτρεψαν στο κλαμπ να εξισορροπήσει τους ισολογισμούς του και να συμμορφωθεί με τους ισπανικούς και διεθνείς οικονομικούς κανονισμούς.
Παράλληλα, η διοίκηση έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην εμπορική αξιοποίηση του brand της Μπαρτσελόνα, αυξάνοντας τα έσοδα κατά 55%.
Το συνολικό κόστος του έργου του νέου Camp Nou εκτιμάται στα 1,4 δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά αναμένεται ότι θα αποφέρει συν 200 εκατ. ετήσια έσοδα από θέσεις VIP και άλλες χρήσεις του σταδίου. Ο δρόμος την πλήρους οικονομικής εξυγίανσης είναι ακόμη μακρύς για τη Μπαρτσελόνα. Το σίγουρο όμως είναι ότι έχει μπει για τα καλά στις ράγες της εξυγίανσης.
Ο Λαπόρτα δεν έχει γνώσεις επιχειρηματία, ούτε οικονομολόγου. Απλώς πήρε τολμηρές αποφάσεις οι οποίες στηρίχθηκαν στη λογική και πέτυχε. Συγχρόνως το μοντέλο που ακολούθησε, αποτελεί κι ένα καλό παράδειγμα για το σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA



