Με αφορμή την άγρια σωματική κακοποίηση της Σοφίας Πολυζωγοπούλου από τον σύζυγό της, τον ποινικολόγο Απόστολο Λύτρα, εγείρονται ερωτήματα αναφορικά με τις προεκτάσεις της ενδοοικογενειακής βίας και τα χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς του θύτη και του θύματος σε μια κακοποιητική σχέση.
Η μάστιγα της ενδοοικογενειακής βίας αποτελεί μια από τις πιο διαδεδομένες μορφές έμφυλης βίας και είναι ένα φαινόμενο που εντείνεται όλο και περισσότερο. Στην Ελλάδα δεκάδες θύματα, κυρίως γυναίκες, έρχονται καθημερινά αντιμέτωπα με καταστάσεις ψυχολογικής, σωματικής ή/και σεξουαλικής κακοποιητικής συμπεριφοράς.
Τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας έρχονται συνεχώς στο φως της δημοσιότητας, και σε κάθε ενήλικο θύμα , ανεξαρτήτως φύλου, χορηγείται πλέον το «Panic Button». Τα ερωτήματα όμως για τα χαρακτηριστικά του θύματος και του θύτη παραμένουν αναπάντητα. Παρατηρείται ότι τα θύματα συνεχίζουν να σιωπούν και να μην καταγγέλλουν τους κακοποιητές τους, ενώ παράλληλα οι θύτες (οι οποίοι όλο και συχνότερα οδηγούνται σε γυναικοκτονίες) επιλέγουν να επικαλούνται ψυχολογικούς ή ψυχιατρικούς λόγους που τους οδηγούν σε βίαιες συμπεριφορές.
Η κα. Μυρτώ Σαμαρά, αναπληρώτρια καθηγήτρια ψυχιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, τοποθετείται στην Karfitsa για την θέση των θυμάτων και με τον οποίο μπορούμε να τα βοηθήσουμε αλλά και τα χαρακτηριστικά του θύτη-κακοποιητή.
Η θέση του θύματος
Αναφερόμενη στο αν παίζει ρόλο η επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική θέση ενός θύματος , και ιδιαίτερα μίας γυναίκας η κα. Σαμαρά τονίζει ότι «Oσο πιο ισχυρή είναι η θέση μιας γυναίκας τόσο ευκολότερα μπορεί να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Αυτό δεν σημαίνει προφανώς ότι οι γυναίκες που είναι σε πλεονεκτική θέση σε σχέση με άλλες δεν κινδυνεύουν ή δεν μπορούν να βρεθούν σε ευάλωτη θέση και να κακοποιηθούν. Οι γυναίκες όμως που δεν έχουν οικονομική δυνατότητα ή επαρκή κοινωνική και οικονομική στήριξη είναι σε μεγαλύτερο κίνδυνο».
«Γενικά στις κακοποιητικές σχέσεις ο σύντροφος που κακοποιεί βρίσκεσαι σε θέση εξουσίας με κάποιον τρόπο, είτε οικονομική, είτε κοινωνική, είτε σωματική. Αυτό που τελικά εμποδίζει τις γυναίκες να καταγγείλουν ή να φύγουν είναι ο φόβος και η ντροπή. Αλλά το κύριο είναι ο φόβος, φόβος ότι δεν θα τις πιστέψει κάποιος ή ότι θα κατηγορηθούν ή ότι θα βρεθούν σε μεγαλύτερο κίνδυνο εκδικητικότητας του κακοποιητή – συντρόφου, δηλαδή αντί να προστατευτούν θα γίνει το ακριβώς αντίθετο. Δυστυχώς τα πρόσφατα περιστατικά που έχουν λάβει το φως της δημοσιότητας δείχνει ότι πολλές φορές οι γυναίκες έχουν ζητήσει βοήθεια και τελικά δεν έχουν προστατευτεί επαρκώς οπότε δεν θα έλεγα ότι είναι καθησυχαστικά», συνεχίζει η κα. Σαμαρά.
Ο κακοποιητής-θύτης
«Άλλο έχω μια ψυχική δυσκολία ή ακόμα και μια ψυχιατρική διαταραχή κι άλλο είμαι κακοποιητής. Οι ψυχιατρικοί ασθενείς είναι συνήθως άτομα που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους επαρκώς με αποτέλεσμα να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να είναι οι ίδιοι τα θύματα βίας και όχι οι θύτες» αναφέρει η αν. καθηγήτρια ψυχιατρική.
Πιο αναλυτικά, «Στον κύκλο βίας, η ένταση και το άγχος στη σχέση του ζευγαριού αυξάνει σταδιακά, ακολουθεί η έκρηξη, η κορύφωση δηλαδή της κακοποίησης, και έπειτα ακολουθεί το “συγγνώμη”, ο μήνας του μέλιτος με δώρα συμφιλίωσης, προσπάθειες επανασύνδεσης, υποσχέσεις ότι αυτή η συμπεριφορά δεν θα επαναληφθεί και τον θύτη να μοιάζει με “άγγελο“».
Αναφερόμενη στις περιπτώσεις όπου ο κακοποιητής είναι ένα πρόσωπο προβεβλημένο η κα. Σαμαρά τονίζει ότι «η δήλωση μεταμέλειας, η συγγνώμη, μπορεί να είναι και μια προσπάθεια επανόρθωσης της δημόσιας εικόνας και της επαγγελματικής και κοινωνικοοικονομικής βλάβης. Στις περιπτώσεις όπου διακυβεύονται πολλά περισσότερα από το «απλά διεκδικώ μία σχέση ή μια σύντροφο», όλες οι συνιστώσες λαμβάνονται υπόψιν. Δεν μπορούμε όμως ποτέ να αποκλείσουμε και την πραγματική μεταμέλεια οπότε θα ήταν αυθαίρετο να εξάγουμε συμπεράσματα χωρίς γνώση του κάθε περιστατικού εξατομικευμένα»
Σημειώνει μάλιστα ότι «Συνήθως οι κακοποιητικές σχέσεις διακόπτονται δύσκολα καθώς ο θύτης δεν αφήνει το θύμα να φύγει, χειρίζεται τη γυναίκα συναισθηματικά και προσκολλάται πάνω της. Ο θύτης μπορεί απλά να είναι ένας άνθρωπος με παραβατική, εγκληματική επιθετική συμπεριφορά, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο θύτης έχει κάτι ψυχολογικό ή ψυχιατρικό στο οποίο χρειάζεται να παρέμβουμε θεραπευτικά.
«Οι άνθρωποι που έχουν ένα ψυχολογικό πρόβλημα ή μια ψυχιατρική διαταραχή δεν είναι κατά κανόνα κακοποιητές, ή δολοφόνοι ή εγκληματίες και γενικά το να επικαλούμαστε συνεχώς ψυχολογικά και ψυχιατρικά προβλήματα σε περιπτώσεις κακοποίησης ή δολοφονίας τελικά στιγματίζουν και ανθρώπους που έχουν κάποιο πραγματικό πρόβλημα και χρειάζονται βοήθεια», υπογραμμίζει η κα. Σαμαρά.
Πως μπορούμε να βοηθήσουμε τα θύματα;
H κα Μυρτώ Σαμρά , ξεκαθαρίζει στην Karfitsa ότι «Η βασική συνέπεια της βίας είναι η αποδυνάμωση και η απομόνωση. Στόχος μας λοιπόν είναι η γυναίκα να ενδυναμωθεί και να συνδεθεί με τους άλλους. Η ανάρρωση μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο στο πλαίσιο των σχέσεων με άλλα άτομα».
«Η γυναίκα χρειάζεται να πάρει πίσω την αυτονομία της, τη δυνατότητα να αποφασίζει ελεύθερα για το εαυτό της, μια δυνατότητα που της στέρησε ο κακοποιητής».
Πιο αναλυτικά, σε θεωρητικό επίπεδο όπως εξηγεί η ψυχίατρος «Υπό μία έννοια ο κακοποιητής αφαιρεί την δύναμη από την γυναίκα και αποφασίζει για την ίδια. Αν εμείς, ως φίλοι, ως θεραπευτές, ως κοινωνία, ακόμη για να την βοηθήσουμε, επαναλάβουμε το ίδιο μοτίβο, δεν επιτυγχάνουμε τον στόχο μας. Ιδανικά αυτό που θέλουμε είναι η γυναίκα να ενδυναμωθεί για να πάρει τις αποφάσεις μόνη της.»
Σε πιο πρακτικό επίπεδο, η κα. Σαμαρά εξηγεί την ανάγκη σε κάθε περίπτωση να υπάρχει ένα πλάνο, ένα ασφαλές σχέδιο εξόδου. Ειδικότερα όπως αναφέρει, «Χρειάζεται να δώσουμε χώρο σε κάποιον να μιλήσει. Αν έχουμε την υποψία και εφόσον το επιτρέπει η θέση μας μπορούμε να ανοίξουμε το θέμα. Εστιάζουμε αρκετά στο κομμάτι της ασφάλειας. Ακούμε τι θέλει η γυναίκα, αν θέλει να φύγει ή να μείνει. Ακόμη όμως κι αν δεν έχει πάρει απόφαση να φύγει, είναι σημαντικό να ξέρει τι θα πρέπει να κάνει σε περίπτωση που κινδυνεύει, να ξέρει που μπορεί να πάει για να είναι ασφαλής, αν εμπλέκονται παιδιά να ξέρει που μπορεί να πάει και τα παιδιά, και να έχει σκεφτεί με ποιους τρόπους ο κακοποιητής μπορεί να τη βρει. Δηλαδή είναι σημαντικό να έχει ένα ασφαλές σχέδιο εξόδου σε περίπτωση που αποφασίσει οποιαδήποτε στιγμή να φύγει από την κακοποιητική σχέση. Δεν την πιέζουμε να πάει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση αλλά διασφαλίζουμε ότι γνωρίζει όλα όσα πρέπει να κάνει αν αποφασίσει να φύγει ή αν κινδυνεύσει».
«Οι αποφάσεις των ανθρώπων να μείνουν ή να φύγουν από μια κακοποιητική σχέση είναι πολύπλοκες και το να φύγει κάποιος δεν είναι πάντα η ασφαλέστερη ή η πιο εύκολη επιλογή. Οπότε δεν επιμένουμε το άτομο να φύγει. Αυτό που κάνουμε είναι ακούμε, δίνουμε επιλογές, προσφέρουμε τη δυνατότητα ψυχικής, νομικής και πρακτικής υποστήριξης, αποδίδουμε την ευθύνη των πράξεων στο θύτη και επισημαίνουμε την ανάγκη ύπαρξης σχεδίου ασφαλούς εξόδου», καταλήγει η αν. καθηγήτρια ψυχιατρικής.



