«Το βιβλίο αυτό είναι η καταγραφή της ιστορίας μας και ήθελα να το αφήσω ως παρακαταθήκη…»
Συνέντευξη στον Θωμά Μίχο
Το μπάσκετ στο θυμικό των Ελλήνων φιλάθλων είναι απόλυτα συνδεδεμένο με την κατάκτηση του χρυσού Ευρωπαϊκού Κυπέλλου, το 1987. Ποιος από τους σημερινούς, εκατοντάδες χιλιάδες φίλους του αθλήματος θα μπορούσε να φανταστεί ότι στην δεκαετία του ’50 κερδίζαμε με άνεση τους … Γιουγκοσλάβους; Πώς και γιατί το ελληνικό μπάσκετ βρίσκεται σήμερα ανάμεσα στις μεγάλες παγκόσμιες δυνάμεις σε συλλογικό και εθνικό επίπεδο; Την απάντηση επιδιώκει να δώσει με αυτό το δεύτερο βιβλίο του για την άγνωστη πορεία και εξέλιξη του ελληνικού μπάσκετ, ο δημοσιογράφος Σωτήρης Θεολογίδης. Αυτή μάλιστα είναι η δεύτερη έκδοση η συνέχεια του πρώτου αν προτιμάτε, αφού είχε προηγηθεί το πρώτο με τίτλο: «ιστορίες μέσα από το καλάθι». Αμφότερα αποτελούν το αποτέλεσμα μιας πολύχρονης έρευνας που βασίστηκε κατά βάση σε μαρτυρίες των πρωταγωνιστών εκείνης της εποχής. Το σύνολο της έρευνας, με τις συνθέσεις και τους πόντους των παικτών, αποτυπώνεται σε 264 σελίδες και αναδεικνύεται με περισσότερες από 250 σπάνιες φωτογραφίες.
Χθες, στη Θεσσαλονίκη, στη ΔΕΘ έγινε η παρουσίαση του βιβλίου, για το οποίο μίλησαν οι παλαίμαχοι καλαθοσφαιριστές, Βαγγέλης Αλεξανδρής, Γιάννης Τσούμης, αλλά και ο πρώην Γενικός Γραμματέας Αθλητισμού, Γιώργος Λυσσαρίδης. Το προσεχές διάστημα θα ακολουθήσει παρουσίαση και στην Αθήνα.

– Κ. Θεολογίδη πως σας γεννήθηκε η ιδέα για την συγγραφή αρχικά του πρώτου σας βιβλίου και έπειτα η συνέχειά του με τη δημιουργία του τωρινού σας βιβλίου με τίτλο: «το άγνωστο ελληνικό μπάσκετ»;
«Η ιδέα ξεκίνησε εντελώς τυχαία. Εγώ παλιότερα εργαζόμουν στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη». Υπεύθυνος ύλης ήμουν τότε. Έγραφα για το μπάσκετ από μεράκι και επειδή μου άρεσε το άθλημα και θυμάμαι – τότε – που μου έλεγαν οι ανώτεροί μου να μην ασχολούμαι με αυτό γιατί τότε της μόδας ήταν το ποδόσφαιρο και αδίκως έτρωγα τον χρόνο μου. Όταν λοιπόν συνταξιοδοτήθηκα ανακάλυψα στο διαδίκτυο πως στην περίοδο του του 1919 μέχρι το 1940 υπήρχε μόνο μία φωτογραφία για το ελληνικό μπάσκετ η οποία αφορούσε την ομάδα μπάσκετ του Πανεπιστημίου. Ψάχνοντας εντόπισα πολλά ακόμα λάθη και έτσι γεννήθηκε η ιδέα να τα διορθώσω όλα αυτά. Έτσι ξεκίνησε η προσπάθειά μου ερχόμενος σε επαφή με ανθρώπους που έζησαν και αγωνίστηκαν εκείνη την εποχή. Βρήκα το κουράγιο και είπε στον εαυτό μου: «πάμε να το κάνουμε». Βέβαια ήταν μια μεγάλη και πολυέξοδη προσπάθεια γιατί χρειάστηκε να κατέβω πολλές φορές στην Αθήνα για την έρευνά μου αυτή».
– Πως νιώθετε που πλέον αυτή η έρευνα και οι κόποι πολλών ετών έχουν πάρει σάρκα και οστά με τη δημιουργία του δεύτερου βιβλίου σας;
«Ήδη ετοιμάζομαι για το τρίτο βιβλίο (γέλια). Θα είναι από το 1972 μέχρι το 1990. Περιμένω απλώς να μην… καταστραφεί ο εκδότης γιατί είναι πολυδάπανες οι εκδόσεις. Το τωρινό βιβλίο είναι 262 σελίδες μεγάλου σχήματος με εκατοντάδες φωτογραφίες κι όλα αυτά κοστίζουν και ευχαριστώ τις εκδόσεις «επίκεντρο» για την αμέριστη στήριξή τους στο εγχείρημά μου αυτό. Νιώθω πάντως περήφανος και ευγνώμων γιατί αφήνουμε παρακαταθήκη στις νέες γενιές. Είναι ένα βιβλίο ιστορίας που θα μείνει για πάντα…».
– Tι σας έκανε μεγαλύτερη εντύπωση σε όλη αυτή την έρευνα και καταγραφή που κάνατε μετά από τις τόσες μαρτυρίες που καταγράψατε;
«Είναι μία ιστορία που μου διηγήθηκε ο Σκυλακάκης ο οποίος όσο κι αν σας φανεί περίεργο, έγινε η αφορμή για να παίξει ο Γιάννης Αντετοκούνμπο μπάσκετ. Υπάρχει ένας ομφάλιος ρόλος με το μπάσκετ του 1939-1940 με το σήμερα. Αν δηλαδή τότε πριν μερικά χρόνια ο Σκυλακάκης δεν είχε εντοπίσει τη μητέρα του Γιάννη έξω από το γήπεδο του Τρίτωνα ο Γιάννης σήμερα δεν θα έπαιζε μπάσκετ. Καταλαβαίνετε για το τι ιστορίες μου διηγήθηκαν και αυτές προσπάθησα να διασώσω. Εγώ ουσιαστικά είμαι ένας υποβολέας. Έχω διασώσει μνήμες ετών με έναν τρόπο όμως που να παρακολουθεί ο αναγνώστης παράλληλα την πορεία όλων των ομάδων της χώρας και της Εθνικής ομάδας».
– Άρα κ. Θεολογίδη να ευχηθούμε σύντομα να δούμε και το τρίτο και τελευταίο βιβλίο της ιστορίας του ελληνικού μπάσκετ;
«Το εύχομαι. Για να σας είμαι απόλυτα ακριβής, είναι ήδη σχεδόν γραμμένο στον υπολογιστή μου. Είναι βέβαια πιο δαπανηρό γιατί θα χρειαστεί να βάλουμε έγχρωμες φωτογραφίες μέσα σε αυτό. Εγώ αυτό που θέλω να πω και να τονίσω είναι πως έκανα αυτό που έπρεπε και όφειλα να κάνω. Εμείς οι παλαιότεροι οφείλουμε να αφήσουμε κάτι στους πιο νέους. Πρέπει να διασώσουμε τα γεγονότα των παλιών εποχών. Τα βιβλία μου για μένα είναι ιστορικά. Την ιστορία της χώρας μας γράφουμε, ασχέτως για ποιο άθλημα μιλάμε. Παρακολουθούμε και καταγράψαμε την ιστορία μας βήμα-βήμα και αυτό είναι κάτι σπουδαίο…».







