Η Ελληνίδα ορειβάτισσα Κική Τσακαλδήμη πέτυχε ακόμα έναν σπουδαίο άθλο, φτάνοντας στην κορυφή του Ακονκάγκουα, του υψηλότερου βουνού της Νότιας Αμερικής και ολόκληρου του δυτικού και νότιου ημισφαιρίου, ύψους 6.962 μέτρων, μετά από 18 ημέρες απαιτητικής και επίπονης ανάβασης. Το Ακονκάγκουα, γνωστό για τις ακραίες καιρικές συνθήκες και τις απότομες πλαγιές του, αποτελεί πρόκληση ακόμα και για τους πιο έμπειρους ορειβάτες.
Μέχρι το φθινόπωρο του 2015, η Κική Τσακαλδήμη, με καταγωγή από την Αλεξανδρούπολη, δεν είχε καμία επαφή με την ορειβασία. Ωστόσο, μέσα σε λίγα χρόνια κατάφερε να διαγράψει μια εντυπωσιακή πορεία. Το 2017 έγινε η πρώτη Ελληνίδα που επιχείρησε να ανέβει στο Έβερεστ, φτάνοντας σε υψόμετρο 8.250 μέτρων, μόλις 600 μέτρα από την κορυφή.
Όταν έθεσε ως νέο στόχο την κατάκτηση του Ακονκάγκουα, απευθύνθηκε στον πρώην Γενικό Γραμματέα του Πρωθυπουργού, Γρηγόρη Δημητριάδη, με τον οποίο διατηρεί μακρά γνωριμία. Εκείνος, με βαθιά αγάπη για τη φύση και την ορειβασία – μια αγάπη που γεννήθηκε στα Λευκά Όρη της Κρήτης, δίπλα στον παππού του, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη – ανταποκρίθηκε αμέσως, στηρίζοντας την προσπάθειά της όπως κάνει πάντα με τέτοιες αποστολές.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάβασης, η Κική Τσακαλδήμη μοιραζόταν στιγμιότυπα από την προσπάθειά της, ευχαριστώντας δημόσια τον κ. Δημητριάδη για την υποστήριξή του και για την καθοριστική συμβολή του στην επίτευξη του στόχου της. Μετά την κατάκτηση της κορυφής, και ο ίδιος έκανε σχετική ανάρτηση, γράφοντας χαρακτηριστικά: «Τη σημαία πάντα ψηλά. Μας έκανες περήφανους.»
Η Κική Τσακαλδήμη κουβαλά μαζί της κάτι περισσότερο από εξοπλισμό και στόχους. Κουβαλά ταυτότητα, μνήμες και αξίες. Ανάμεσα σε ορειβάτες από κάθε γωνιά του κόσμου, η απάντηση στην ερώτηση «από πού είσαι;» έρχεται αυθόρμητα και με περηφάνια: «I’m Greek». Μια απλή φράση που ανοίγει συζητήσεις, χτίζει σχέσεις και μεταφέρει ένα κομμάτι πατρίδας σε ένα διεθνές ορειβατικό περιβάλλον.
Στο βουνό, τα ονόματα μπορεί να ξεθωριάζουν, αλλά οι εικόνες μένουν. Το χαμογελαστό κορίτσι από την Ελλάδα γίνεται σημείο αναφοράς: εκείνη που μαθαίνει στους συνοδοιπόρους της να λένε «καλημέρα» στα ελληνικά, που μοιράζεται το φαγητό της, που αφηγείται ιστορίες για τα ελληνικά βουνά, τα μονοπάτια και τη βαθιά σχέση της χώρας με τη φύση. Μικρές πράξεις, απλές κινήσεις, που αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον απαιτητικό και συχνά αφιλόξενο.
Η παρουσία της Ελλάδας δεν περιορίζεται σε μια σημαία ή σε μια δήλωση καταγωγής. Είναι τρόπος στάσης, φιλοξενία, διάθεση για μοίρασμα. Είναι η υπενθύμιση ότι, όσο μακριά κι αν φτάσει κανείς γεωγραφικά, η πατρίδα δεν αποκόπτεται από μέσα του· αντίθετα, συχνά γίνεται πιο έντονη, πιο καθαρή, πιο ουσιαστική.

Η ανάβαση στο Ακονκάγκουα δεν είναι απλώς μια ακόμα αποστολή. Είναι ένα κρίσιμο βήμα προς την ολοκλήρωση ενός μεγάλου ονείρου: την κατάκτηση των 7 Summits, των ψηλότερων κορυφών κάθε ηπείρου. Ένας στόχος που απαιτεί σωματική αντοχή, ψυχική δύναμη και βαθιά αφοσίωση, αλλά και την ικανότητα να αντλείς δύναμη από όσα σε καθορίζουν.
Σε αυτά τα υψόμετρα, κάθε μέρα είναι πρόκληση. Κάθε βήμα μετρά. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στον πάγο, τον άνεμο και τη σιωπή του βουνού, η Ελλάδα συνεχίζει να υπάρχει – όχι μόνο ως τόπος, αλλά ως κομμάτι ταυτότητας που συνοδεύει την πορεία προς την κορυφή.



