Αν, τρία χρόνια μετά, έχουμε χτίσει ένα πιο διαφανές σύστημα, μια πιο απαιτητική κοινωνία, μια διοίκηση που δεν περιμένει την τραγωδία για να κινητοποιηθεί, τότε ο πόνος ίσως έχει μετατραπεί σε αλλαγή
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΡΑΓΩΓΙΑΣ
Τρία χρόνια μετά, τα Τέμπη είναι μια ρωγμή. Μια ρωγμή στο έδαφος, στην εμπιστοσύνη, στη γλώσσα μας.
Γιατί από εκείνο το βράδυ και μετά, λέξεις όπως «ασφάλεια», «ευθύνη», «κράτος», «ανθρώπινο λάθος» δεν ακούγονται ίδιες. Έχουν βάρος. Έχουν πρόσωπα. Έχουν γονείς που δεν γύρισαν ποτέ σπίτι με τα παιδιά τους.
Τρία χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι αν θυμόμαστε. Το ερώτημα είναι πώς θυμόμαστε.
Θυμόμαστε με οργή;
Θυμόμαστε με κούραση;
Θυμόμαστε επιλεκτικά, ανάλογα με το πολιτικό μας στρατόπεδο;
Ή θυμόμαστε ως κοινωνία που κατάλαβε ότι η τραγωδία δεν ήταν μια «κακιά στιγμή», αλλά η σύγκρουση ενός ολόκληρου συστήματος με την αλήθεια;
Τα Τέμπη ήταν η μετωπική σύγκρουση της χώρας με τις παθογένειές της: τη χρόνια αδιαφορία, τη διοικητική προχειρότητα, την αναβολή των αυτονόητων, την κουλτούρα του «έλα μωρέ».
Και γι’ αυτό η διάσταση που οφείλουμε να δώσουμε, τρία χρόνια μετά, δεν μπορεί να είναι μόνο επετειακή. Δεν αρκεί το πένθος. Δεν αρκεί η συγκίνηση. Δεν αρκεί η ετήσια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα.
Η διάσταση πρέπει να είναι θεσμική και ηθική.
Θεσμική, γιατί ένα κράτος που δεν μεταρρυθμίζεται μετά από μια τέτοια τραγωδία, απλώς περιμένει την επόμενη.
Ηθική, γιατί αν το συλλογικό μας συμπέρασμα περιοριστεί στο «να αποδοθούν ευθύνες» χωρίς να αλλάξει η καθημερινή μας ανοχή στην προχειρότητα, τότε δεν έχουμε μάθει τίποτα.
Τρία χρόνια μετά, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η λήθη. Είναι η κανονικοποίηση.
Η ιδέα ότι «έτσι είναι η Ελλάδα».
Ότι «πάντα κάτι θα συμβαίνει».
Ότι «δεν αλλάζει τίποτα».
Αυτό είναι το πραγματικό ναυάγιο.
Η κοινωνία αντέδρασε τότε με έναν τρόπο που σπάνια βλέπουμε: βγήκε στον δρόμο όχι για να υπερασπιστεί κόμματα, αλλά για να υπερασπιστεί αξιοπρέπεια. Οι γονείς των θυμάτων στάθηκαν με μια αξιοθαύμαστη αξιοπρέπεια απέναντι σε μια αδιανόητη απώλεια. Δεν ζήτησαν εκδίκηση, αλλά αλήθεια.
Και η αλήθεια είναι σκληρή: τα Τέμπη δεν ήταν «ατύχημα» ή «δυστύχημα». Ήταν αποτέλεσμα. Αποτέλεσμα παραλείψεων, καθυστερήσεων, προειδοποιήσεων που δεν ακούστηκαν.
Άρα, τρία χρόνια μετά, η διάσταση που οφείλουμε να δώσουμε είναι αυτή της λογοδοσίας που δεν εξαντλείται.
Δεν τελειώνει με μια δίκη, με μια παραίτηση, ή ακόμη και με μια κυβερνητική αλλαγή.
Τελειώνει μόνο όταν η επόμενη γενιά μπορεί να μπει σε ένα τρένο χωρίς να φοβάται αν λειτουργεί το σύστημα ασφαλείας.
Τα Τέμπη δεν είναι μόνο το παρελθόν. Είναι το τεστ του παρόντος μας.
Αν, τρία χρόνια μετά, έχουμε χτίσει ένα πιο διαφανές σύστημα, μια πιο απαιτητική κοινωνία, μια διοίκηση που δεν περιμένει την τραγωδία για να κινητοποιηθεί, τότε ο πόνος ίσως έχει μετατραπεί σε αλλαγή.
Αν όχι, τότε η επέτειος είναι απλώς μια τελετουργία χωρίς περιεχόμενο.
Η μνήμη, για να έχει νόημα, πρέπει να είναι ενοχλητική.
Να μην μας αφήνει να βολευτούμε.
Να μην μας επιτρέπει να μετατρέψουμε την τραγωδία σε στατιστικό δεδομένο.
Τρία χρόνια μετά, η πιο έντιμη στάση είναι η επιμονή κι όχι η ρητορική υπερβολή.
Επιμονή για διαφάνεια. Επιμονή για θεσμικές τομές. Επιμονή για ένα κράτος που λειτουργεί πριν θρηνήσει.
Γιατί αν κάτι μας δίδαξαν τα Τέμπη, είναι ότι το τίμημα της αμέλειας δεν είναι γραφειοκρατικό. Είναι ανθρώπινο. Και αυτό δεν παραγράφεται με τον χρόνο.
Τρία χρόνια μετά, η χώρα δεν έχει την πολυτέλεια να θυμάται μόνο.
Οφείλει να αλλάζει.




