Μνήμες από το περασμένο καλοκαίρι, όταν ο «Εγκέλαδος» χτυπούσε τακτικά το Άγιο Όρος, ξύπνησαν το βράδυ της Τετάρτης 25 Μαρτίου στο «Περιβόλι της Παναγιάς» από τη σεισμική δόνηση μεγέθους 4,9 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ. Οι σεισμολόγοι κάνουν λόγο για ενεργοποίηση ρήγματος στην περιοχή, με τον καθηγητή του ΑΠΘ Κώστα Παπαζάχο να χαρακτηρίζει το φαινόμενο «σμηνοσειρά», δηλαδή σεισμική ακολουθία που διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι επιστήμονες εμφανίζονται καθησυχαστικοί, χωρίς ωστόσο να κρύβουν ότι για το συγκεκριμένο ρήγμα δεν υπάρχουν επαρκή ιστορικά στοιχεία.
Ρεπορτάζ: Παναγιώτης Μανής
Η νέα σεισμική δόνηση, που σημειώθηκε λίγο μετά τις 9 το βράδυ της Τετάρτης 25 Μαρτίου, με επίκεντρο 8 χιλιόμετρα βορειοδυτικά των Καρυών, πρωτεύουσας της Αθωνικής Πολιτείας, και έγινε αισθητή σχεδόν σε ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα, προκάλεσε νέα ανησυχία.

Οι ζημιές
Από τις πρώτες καταγραφές φαίνεται πως τα κτίρια των ιστορικών μονών του Αγίου Όρους άντεξαν.
«Από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε με τα περισσότερα μοναστήρια, μας είπαν ότι νέες ρωγμές εμφανίστηκαν στο Συνοδικό της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου και στο αντιπροσωπείο της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου στις Καρυές», λέει ο Ηλίας Περτσινίδης, γενικός διευθυντής του Κέντρου Διαφυλάξεως Αγιορείτικης Κληρονομιάς (ΚΕΔΑΚ), και προσθέτει πως έχει καταγραφεί και «διεύρυνση υφιστάμενων ρωγμών, που δεν είχαμε προλάβει να αποκαταστήσουμε».

Όπως τονίζει, η μεγαλύτερη επιτάχυνση του σεισμού εντοπίστηκε στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου και έφτασε λίγο κάτω από το 28% του g, δηλαδή της επιτάχυνσης της βαρύτητας, όταν η επιτάχυνση σχεδιασμού είναι στο 24%.
Εκτιμά, δε, ότι «η δουλειά που έχει γίνει και συνεχίζει να γίνεται όλα αυτά τα χρόνια έχει αποτέλεσμα, διότι τα μνημειακά κτίρια του Αγίου Όρους έχουν καλή ανταπόκριση στις σεισμικές δονήσεις, αλλά οπωσδήποτε χρειάζονται περαιτέρω θωράκιση».
Το ρήγμα
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, ο νέος σεισμός σημειώθηκε «στον ίδιο χώρο που είχε δώσει σεισμική δραστηριότητα και το 2024 και το 2025».
Όπως λέει ο καθηγητής Σεισμολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Μανώλης Σκορδίλης, «πρόκειται για ένα ρήγμα 7 χιλιομέτρων, με διεύθυνση βορειοδυτική – νοτιοανατολική, το οποίο έχει διεγερθεί και δίνει αυτούς τους σεισμούς. Έχει συμβεί και άλλες φορές να έχουμε τέτοιου είδους σεισμικές δραστηριότητες που επιμένουν στον χρόνο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οδηγούμαστε σε κορύφωση. Αυτή η διάσταση δεν δικαιολογεί σεισμούς μεγαλύτερους από αυτούς που έχουν γίνει».
Ο Κώστας Παπαζάχος, πάντως, εξηγεί πως για τη συγκεκριμένη περιοχή «το πρόβλημα είναι ότι στο βόρειο τμήμα του Αγίου Όρους δεν έχουμε καμία καλή εικόνα ούτε από ιστορικά δεδομένα ούτε από στοιχεία για τη σεισμικότητα. Δηλαδή, δεν είναι μια περιοχή ιδιαίτερα σεισμογενής και σημαντική, ώστε να γνωρίζουμε το ιστορικό δυναμικό της, ούτε τα ρήγματα της περιοχής είναι καλά γνωστά».
«Φαίνεται πως είναι ένα ρήγμα παράλληλο με τις ακτές και οι μηχανισμοί δείχνουν ότι είναι ένα κανονικό ρήγμα, αλλά δεν ξέρουμε περισσότερες λεπτομέρειες. Συνεπώς, δεν μπορεί εύκολα να εκτιμηθεί αν μπορεί να γίνει κάποιος ισχυρότερος σεισμός, όμως δεν μπορεί και αυτό το ενδεχόμενο να αποκλειστεί. Η συγκεκριμένη περιοχή έχει σίγουρα κάποια ρήγματα, παρόλο που δεν είναι καλά χαρτογραφημένα», σημειώνει.
Όπως τονίζει, η συνεχιζόμενη σεισμική ακολουθία αποτελεί μια «σμηνοσειρά», η οποία έχει μεγάλη χρονική διάρκεια.
Τι είναι η «σμηνοσειρά»
Όπως αναφέρει ο καθηγητής, «όταν λέμε σμηνοσειρά, εννοούμε μια σειρά από σεισμούς με παρόμοια μεγέθη, της τάξεως των 4 και 5 Ρίχτερ, που συμβαίνουν χωρίς να ξεχωρίζει ανάμεσά τους κάποιος κύριος σεισμός. Τέτοιες σμηνοσειρές δεν είναι άγνωστες στον ελλαδικό χώρο. Συμβαίνουν αρκετά συχνά και πολλές φορές κρατούν μεγάλο χρονικό διάστημα».
«Αυτά τα χαρακτηριστικά έχει και αυτή η ακολουθία, που συμβαίνει πάνω από έναν χρόνο. Συνεπώς, ούτε κύριος σεισμός υπάρχει και, αν υπάρξει, θα το καταλάβουν όλοι. Ξαφνικά μπορεί να γίνει ένας σεισμός 5,8 ή 6,2 και τότε θα καταλάβουμε ότι αυτός είναι ο κύριος σεισμός».

Όπως επισημαίνει, «γενικά δεν έχουμε ποτέ ξεκάθαρη εικόνα σε ακολουθίες που διαρκούν τόσο πολύ, αν πρόκειται ή όχι για προσεισμικές ακολουθίες. Αυτό φαίνεται εξαιρετικά απίθανο. Ωστόσο, επειδή δεν γνωρίζουμε καλά την περιοχή, δεν είναι επαρκώς μελετημένη και δεν έχουμε αρκετά στοιχεία, διατηρούμε μία επιφύλαξη για το αν μπορεί να γίνει μεγαλύτερος σεισμός».
«Αυτή τη στιγμή η Πολιτεία και κυρίως το Άγιο Όρος πρέπει να κινηθούν με αυτό το σενάριο: ότι το πιο πιθανό είναι να συνεχίσουμε έτσι, άρα πρέπει να δούμε πώς θα το διαχειριστούμε, αλλά και ότι υπάρχει μία πιθανότητα να γίνει κάποιος μεγαλύτερος σεισμός. Άρα πρέπει να υπάρχει και ένα πλάνο δράσης, τόσο σε επίπεδο κατασκευών όσο και σε επίπεδο επισκεπτών», καταλήγει.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA



