Της Δρ. Μαρία Χρ. Αλβανού*
Το πρόσφατο περιστατικό στο Δείπνο των Ανταποκριτών στην Ουάσινγκτον με παρουσία του Donald Trump, αναδεικνύει με έντονο τρόπο σημαντικές αδυναμίες των μέτρων ασφαλείας που είχαν ληφθει στα πλαίσια της περιπτωσιολογικής πρόληψης εγκλήματος (“situational prevention”). Η αρχή αυτή πρόληψης αποτελεί την κατεξοχήν βάση της λήψης πρακτικών μέτρων αποτροπής τρομοκρατικής/εξτρεμιστικής (και γενικότερα εγκληματικής) δράσης, μέσω ελέγχου του περιβάλλοντος και κυρίως περιορισμού της πρόσβασης του δράστη στον στόχο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το οπτικό υλικό καταγραφής στο ξενοδοχείο, τα σχετικά μέτρα δεν λήφθησαν, ούτε λειτούργησαν αποτελεσματικά.
Αρχικά, ο αυτουργός κατάφερε να έχει πρόσβαση και να διαμένει στο ξενοδοχείο-χώρο της εκδήλωσης, μεταφέροντας σε αυτό αρκετά βαρύ οπλισμό. Πριν την επίθεση δεν φαίνεται με τη συμπεριφορά του να ανήκε σε κάποια ομάδα υψηλού κινδύνου, που θα μπορούσε ή όφειλε να έχει αυτόματα τραβήξει την προσοχή των αρχών και των μυστικών υπηρεσιών. Τα μέτρα ασφαλείας όμως δεν αφορούν μόνο το ποιός εισέρχεται στον πιθανό στόχο, αλλά και το τί μπορεί να φέρει μαζί του. Σε μεγάλης σημασίας εκδηλώσεις, όπως και σε χώρες γενικότερα με προβλήματα τρομοκρατίας, δεν είναι σπάνιο να υπάρχει ειδική πόρτα ασφαλείας και έλεγχος στην είσοδο μεγάλων ξενοδοχείων, ώστε να αποκλείεταιι η μεταφορά οπλισμού από επισκέπτες. Και αυτό γιατί δεν είναι πάντα εφικτό να υπάρχουν σε πραγματικό χρόνο πληροφορίες για κάθε εισερχόμενο πρόσωπο. Με δεδομένο το κλίμα πολιτικής πόλωσης στις Η.Π.Α., προηγούμενες απόπειρες κατά του Trump αλλά και της σύρραξης με το Ιράν, τα μέτρα ασφαλείας στο ξενοδοχείο που φιλοξενούσε το συγκεκριμένο δείπνο με τόσα επίσημα πρόσωπα έπρεπε να είναι ιδιείτερα αυξημένα. Γίνεται εύκολα αντιληπτό το πιθανό τραγικό αποτέλεσμα, αν ο δράστης είχε επιλέξει modus operandi με εκρηκτικά, τα οποία θα μπορούσε να έχει φέρει στο ξενοδοχείο χωρίς πρόβλημα, εφόσον δεν προβλέφθηκε ανάλογος έλεγχος.
Αναμένονται περισσότερες πληροφορίες, ώστε να ερευνηθεί εάν εφαρμόστηκαν ή εαν υπήρχε ευκαιρία να αξιολογηθούν τα μοτίβα προηγούμενης συμπεριφοράς του δράστη που θα έδιδαν δυνατότητα πρόληψης της επίθεσης. Αυτό που και πάλι έχει καταγραφεί όμως είναι η αδικαιολόγητα χαλαρή στάση της φρουράς σε κομβικό σημείο ελέγχου, που επέτρεψε στον επιτιθέμενο να κινηθεί τρέχοντας αρκετά κοντά στον στόχο. Ακολούθησε βέβαια μετά η αντίδραση των φρουρών και η εμπλοκή τους που σταμάτησε την επίθεση. Ομως σε περίπτωση που υπήρχε συντονισμένο επιχειρησιακό σχέδιο επίθεσης με περισσότερους αυτουργούς, τότε με βάση το χαμηλό επίπεδο προστασίας που υπήρχε, η αρνητική εξέλιξη με θύματα θα ήταν ιδιαίτερα πιθανή, αν όχι σίγουρη.
Πρόκειται για την τρίτη φορά που πραγματοποιείται απόπειρα κατά του Donald Trump και άλλη μια φορά εγείρεται ζήτημα πλημμελούς εφαρμογής βασικών αρχών περιπτωσιολογικής πρόληψης, που άφησαν κρίσιμα κενά στην ασφάλεια. Σε μια χώρα που έχει δυστυχώς εμπειρία από πολιτικές δολοφονίες με θύματα Προέδρους, και γενικότερα το πρόβλημα τρομοκρατικής και εξτρεμιστικής βίας είναι υπαρκτό απαιτείται διαφορετικό επίπεδο επαγρύπνησης. Δεν αρκούν η υλικοτεχνική υποδομή, η τεχνολογία και η εκπαίδευση (που υπάρχουν αναμφισβήτητα στις Η.Π.Α.), αλλά και η σωστή λειτουργία του ανθρώπινου παράγοντα που θα αξιοποίησει όλα τα μέσα ασφάλειας αποτελεσματικά και κυρίως στο στάδιο πρόληψης των επιθέσεων.
*Η Δρ Μαρία Αλβανού είναι Εγκληματολόγος-Ειδική σε θέματα
Ασφάλειας, μέλος ερευνητικής ομάδας ITSTIME



