Της Αικατερίνης Τσαλαμπούνη*
Δεκάδες χιλιάδες κωφοί και βαρήκοοι ζουν σήμερα στην Ελλάδα, ενώ η Ελληνική Νοηματική Γλώσσα αποτελεί τη φυσική γλώσσα έκφρασης και επικοινωνίας για την κοινότητά τους. Δεν πρόκειται για έναν βοηθητικό κώδικα επικοινωνίας, αλλά για γλώσσα θεσμικά αναγνωρισμένη με δική της γραμματική, σύνταξη και ποιητική. Το ζήτημα της πρόσβασης, όμως, δεν αφορά μόνο τις δημόσιες υπηρεσίες, την εκπαίδευση ή την ενημέρωση. Αφορά και τη λατρεία, την πίστη και την Αγία Γραφή. Έχουν γίνει βέβαια κάποια πρώτα βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση. Για παράδειγμα, η τηλεοπτική μετάδοση της κυριακάτικης Ορθόδοξης Θείας Λειτουργίας με ταυτόχρονη διερμηνεία στη νοηματική ή η παρουσία διερμηνέων σε κάποιους ιερούς ναούς της επικράτειας, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το ναό της Αχειροποιήτου στην Θεσσαλονίκη. Κάποιες, επίσης, ευαγγελικές κοινότητες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη έχουν διερμηνεία στις λατρευτικές τους συνάξεις και στη μελέτη της Βίβλου, όπως η Ευαγγελική Εκκλησία Παγκρατίου και της Θεσσαλονίκης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρωτοβουλία της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας να προχωρήσει στη μετάφραση της Καινής Διαθήκης στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα είναι ένα σημαντικό βήμα με κοινωνική και εκκλησιαστική σημασία. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη μετάφραση της Αγίας Γραφής αλλά για ένα έργο που αναγνωρίζει έμπρακτα ότι η κοινότητα των κωφών έχει δικαίωμα να προσεγγίζει το βιβλικό κείμενο στη δική της γλώσσα. Η μετάφραση έχει ξεκινήσει πιλοτικά από το κατά Μάρκον ευαγγέλιο και προγραμματίζεται η μετάφραση και των τεσσάρων ευαγγελίων σε μία πρώτη φάση του έργου.
Οι προκλήσεις είναι πραγματικές. Μία από αυτές είναι η απόδοση δύσκολων θεολογικών εννοιών ή λέξεων που δεν υπάρχουν στη νοηματική, κάτι που απαιτεί τη δημιουργία καινούργιων σημείων. Η μετάφραση αυτή προϋποθέτει γλωσσική ακρίβεια, θεολογική ευθύνη, γνώση του βιβλικού κειμένου και κυρίως ουσιαστική συμμετοχή ανθρώπων της κοινότητας των κωφών στην όλη διαδικασία. Αυτήν την ευαισθησία αντανακλά η σύνθεση της μεταφραστικής ομάδας: κωφοί μεταφραστές, ακούοντες διερμηνείς, ειδικοί στη μετάφραση, θεολόγοι και ιερείς που ανήκουν τόσο στην Ορθόδοξη όσο και στην Ευαγγελική παράδοση.
Η πρωτοβουλία αυτή δεν είναι πράξη κοινωνικής ευαισθησίας. Είναι πράξη εκκλησιαστικής ακεραιότητας. Στη νοηματική μετάφραση ο λόγος του βιβλικού κειμένου δεν γίνεται μόνο ορατός — αποκτά σωματικότητα. Ολόκληρο το σώμα του μεταφραστή γίνεται το κείμενο. Κι αυτό έχει μία ιδιαίτερη θεολογική βαρύτητα. Ο Παύλος περιγράφει την Εκκλησία ως σώμα Χριστού όπου κανένα μέλος δεν μπορεί να πει στο άλλο «δεν σε χρειάζομαι». Η απουσία οποιουδήποτε μέλους δεν αφήνει απλώς ένα κενό — κάνει το σώμα ελλιπές. Η κοινότητα των κωφών δεν χρειάζεται να γίνει «σαν εμάς» για να συμμετάσχει πλήρως στη ζωή της Εκκλησίας. Χρειάζεται τον αγιογραφικό λόγο στη γλώσσα της. Και ίσως το πιο παράδοξο: είμαστε εμείς που έχουμε εξίσου ανάγκη από αυτή τη μετάφραση. Γιατί μια Εκκλησία που δεν μιλά στα μέλη της στη γλώσσα του καθενός παραμένει, με κάθε έννοια, ελλιπής.
· Η Αικατερίνη Τσαλαμπούνη είναι Καθηγήτρια Καινής Διαθήκης
στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης



