Από την Ισπανία που πουλά πια μεμονωμένα δωμάτια μέχρι την Ελλάδα των ενοικίων που τρέχουν πιο γρήγορα από τους μισθούς, η στεγαστική κρίση είναι κανονικό μοντέλο ζωής.
Του Δημήτρη Δραγώγια
Παλαιότερα το ευρωπαϊκό όνειρο ήταν απλό, σχεδόν αστικό με την καλή έννοια: να σπουδάσεις, να δουλέψεις, να νοικιάσεις κάτι αξιοπρεπές, να αγοράσεις ίσως αργότερα ένα μικρό σπίτι και να βρίζεις τους φόρους από το δικό σου μπαλκόνι. Τώρα το ίδιο όνειρο έχει γίνει πιο μινιμαλιστικό, πιο μοντέρνο, πιο startup. Δεν αγοράζεις πια σπίτι. Ούτε καν διαμέρισμα. Αγοράζεις, αν είσαι τυχερός, ένα υπνοδωμάτιο. Κυριολεκτικά.
Το Reuters κατέγραψε στην Ισπανία ένα από εκείνα τα σημάδια παρακμής που πρώτα τα διαβάζεις, μετά γελάς αμήχανα και στο τέλος τα ζηλεύεις κιόλας λίγο, επειδή έχουν τουλάχιστον οργανωθεί. Η startup Habitacion.com πουλά μεμονωμένα δωμάτια σε κοινόχρηστα διαμερίσματα, με τιμές έως 80.000 ευρώ, compatibility tests για τους συγκατοίκους και 32.000 άτομα σε λίστα αναμονής. Δηλαδή η Ευρώπη όχι μόνο δεν λύνει πια τη στεγαστική κρίση, αλλά την τεμαχίζει σε μικρότερες επιφάνειες και την πλασάρει ως καινοτομία.
Πρόοδος, ασφαλώς. Παλιά ήθελες σπίτι. Μετά συμβιβάστηκες με ενοίκιο. Τώρα ίσως αποκτήσεις δικαίωμα ζωής δίπλα σε έναν άγνωστο που ροχαλίζει, αλλά με τίτλο ιδιοκτησίας σε δώδεκα τετραγωνικά. Η αγορά, ως γνωστόν, βρίσκει πάντα λύσεις. Κυρίως όταν έχει προηγουμένως δημιουργήσει το πρόβλημα.
Το αστείο είναι ότι όλο αυτό δεν αφορά μόνο τη Μαδρίτη ή τη Βαρκελώνη. Αφορά ολόκληρη την ήπειρο που κάποτε πουλούσε κοινωνική συνοχή και σήμερα πουλά στεγαστική επιβίωση σε δόσεις. Οι τιμές κατοικίας στην ΕΕ ανέβηκαν την τελευταία δεκαετία ταχύτερα από τα εισοδήματα, ενώ στην Ελλάδα η κατάσταση έχει πάρει ήδη τη μορφή μικρής εθνικής τιμωρίας: στην Αθήνα τα ενοίκια αυξήθηκαν πάνω από 50% από το 2019 έως το 2024, πολύ πιο γρήγορα από τους μισθούς.
Και αφού κάνουμε τον απαραίτητο ευρωπαϊκό κύκλο, επιστρέφουμε στα δικά μας, όπου η στεγαστική φαντασία είναι εξίσου ζωηρή. Η Ελλάδα δεν έχει ακόμη φτάσει να πουλά μαζικά δωμάτια ως αυτόνομες ιδιοκτησίες, αλλά έχει φτάσει σε κάτι άλλο εξίσου εύγλωττο: να κάνει τον νέο άνθρωπο να αισθάνεται ότι το να μείνει μόνος του είναι περίπου πράξη πολυτελούς απειθαρχίας. Οι αριθμοί μιλούν για έλλειμμα 180.000 κατοικιών στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας και για μια κρίση που πια ακουμπά όχι μόνο τους πιο αδύναμους αλλά και τη μεσαία τάξη. Με άλλα λόγια, δεν είναι πια το δράμα των “άλλων” αλλά ο νέος ρεαλισμός.
Και η Θεσσαλονίκη; Η Θεσσαλονίκη, όπως πάντα, καταφέρνει να συμμετέχει σε κάθε ευρωπαϊκή παθογένεια με τον δικό της ατμοσφαιρικό τρόπο. Δεν σου πουλά ακόμη υπνοδωμάτιο με συμβόλαιο και compatibility test, αλλά ανεβάζει τις απαιτήσεις της αρκετά ώστε να σε κάνει να σκέφτεσαι ότι ίσως κι αυτό να μην αργεί. Εδώ το στεγαστικό δεν έχει μόνο αριθμούς. Έχει και χαρακτήρα. Έχει την παλιά καλή ελληνική ειρωνεία: μια πόλη που πληρώνεται σαν να είναι ώριμη μητρόπολη και συχνά αμείβει σαν να κάνει χάρη.
Η αλήθεια είναι απλή και κάπως προσβλητική για μια ήπειρο που υπερηφανευόταν επί δεκαετίες για το κοινωνικό της μοντέλο. Η Ευρώπη δεν έχει πια στεγαστική πολιτική αντάξια του ονόματός της. Έχει στεγαστικές πατέντες. Έχει τεχνάσματα επιβίωσης. Έχει λύσεις που θυμίζουν περισσότερο επινοητικότητα σε περίοδο πολιορκίας παρά κανονικό σχέδιο για το πώς ζουν οι άνθρωποι στις πόλεις της.
Και έτσι το ευρωπαϊκό όνειρο συνεχίζει να υπάρχει, απλώς έχει μικρύνει. Πάρα πολύ. Τόσο πολύ, που πλέον χωρά σε ένα υπνοδωμάτιο. Και αν συνεχίσουμε έτσι, σε λίγο θα θεωρείται πρόοδος το να έχει και παράθυρο.



