Η κοινωνία, η Αστυνομία και η Δικαιοσύνη απέναντι στη βία που δεν σηκώνει άλλοθι
Της Χριστίνας Σωτηράκογλου*
Η πρόσφατη στυγερή γυναικοκτονία στην Καλαμάτα σόκαρε το Πανελλήνιο επειδή οι συνθήκες του εγκλήματος ήταν ιδιαιτέρως ειδεχθείς και αυτή έγινε ενώπιον των παιδιών.
Σαφέστατα έχουν γίνει βήματα προς την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας στα φαινόμενα της βίας κατά των γυναικών –στην περίπτωση αυτή το φιλικό περιβάλλον είχε ενημερώσει τις αρχές για την επαναλαμβανόμενη κακοποίηση και οι γείτονες τηλεφώνησαν στην Αστυνομία. Και αυτό συμβαίνει όλο και πιο συχνά. Στα δικαστήρια βλέπουμε ότι τις περισσότερες φορές ειδοποιεί ο γείτονας και όχι το θύμα.
Οι αστυνομικοί δείχνουν περισσότερη ευαισθησία και κινητοποιούνται αλλά πάντα καθοριστική είναι η απόφαση του θύματος να μιλήσει και να καταγγείλει. Μια απόφαση δύσκολη, που πολλές φορές δεν λαμβάνεται ποτέ, αφού ακόμη και σε ακραίες μορφές κακοποίησης τα θύματα δεν καταγγέλλουν αυτόν που τις κακοποιεί βάναυσα κατ΄ επανάληψη.
Η βία κατά των γυναικών, σε όλες της τις μορφές είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κοινωνία, χωρίς να είναι η ελληνική η μόνη κοινωνία που παρατηρείται το φαινόμενο αυτό. Πρόκειται για στερεοτυπική συμπεριφορά που αναπαράγεται σε διάφορους βαθμούς έντασης. Η γυναίκα αντιμετωπίζεται ως κτήμα και ιδιοκτησία, που πρέπει να προσαρμόζεται σε προδιατυπωμένες συμπεριφορές. Και ο δράστης γίνεται τιμωρός και επιτίθεται όχι για να την κερδίσει αλλά για να την τιμωρήσει.
Δεν επιτρέπεται να εξηγούμε την γυναικοκτονία συναισθηματικά, ούτε να αναζητούμε το ανύπαρκτο συναίσθημα του δράστη, που απλά σκοτώνει ότι ο ίδιος έχει χάσει. Η συμπεριφορά του είναι αμιγώς εγκληματική και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται.
Η νοοτροπία της κριτικής και του καταλογισμού προς το θύμα πρέπει να εκλείψει. Τα θύματα δεν έχουν πράξει οτιδήποτε για να αξίζουν την απώλεια της ζωής τους ή σωματικές βλάβες. Αν σταθμίσουμε τις πράξεις του θύματος και του δράστη δεν υπάρχει αναλογία, είναι εντελώς δυσανάλογες σε βαρύτητα.
Ακούμε συχνά το ερώτημα «γιατί δεν έφυγε». Οι περισσότερες κακοποιημένες κατ΄ επανάληψη γυναίκες φοβούνται πως αν φύγουν ο κακοποιητής θα τις σκοτώσει- γνωρίζουν ότι οι ώρες αυτές είναι πολύ επικίνδυνες. Εξάλλου οι πλειονότητα τους δεν έχει το σθένος και την ψυχική αντοχή εξαιτίας της κακοποίησης, δεν υπάρχει γι’ αυτές και τα παιδιά τους ένας άνθρωπος του άμεσου οικογενειακού περιβάλλοντος να συνδράμει ή δεν έχουν οικονομικούς πόρους.
Εκεί πρέπει να ενσκύψουμε όλοι- οι κοινωνικές υπηρεσίες, οι φορείς, η Αστυνομία, η Δικαιοσύνη, η οικογένεια.
Όχι όμως μεμονωμένα και αποσπασματικά αλλά σε συνεργασία. Ειδικά οι κοινωνικές υπηρεσίες και οι κοινωνικοί λειτουργοί των Δήμων πρέπει να πιέζουν την αστυνομία να επεμβαίνει εκεί που γνωρίζουν ότι υπάρχει ενδοοικογενειακή βία. Ακόμη και αν το θύμα δεν καταγγέλλει τη βία που υφίσταται, εφόσον έχουν έλθει σε γνώση τους κακοποιητικά συμβάντα πρέπει να συνεργάζονται με την αστυνομία και να οδηγούν το δράστη στη Δικαιοσύνη. Γιατί όταν ο δράστης καταλαβαίνει ότι δεν έχει μόνο απέναντι του το εύκολα διαχειρίσιμο θύμα αλλά τις υπηρεσίες του κράτους που συνεργάζονται μεταξύ τους για την αποκάλυψη της αλήθειας και κυρίως για την προστασία του θύματος, θα είναι πιο προσεκτικός. Το θύμα θα είναι όχι μόνο πιο προστατευμένο αλλά και με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση επειδή θα υποστηρίζεται από ειδικούς και η στήριξη του δεν θα αποτελεί δική του ενέργεια αλλά των κρατικών φορέων. Ας συνειδητοποιήσουμε όλοι επιτέλους, από κάθε μετερίζι ότι η απομάκρυνση μιας γυναίκας από το κακοποιητικό περιβάλλον που βιώνει δεν είναι επιλογή ζωής γι’ αυτή – είναι ανάγκη επιβίωσης και ας πράξουμε ανάλογα. Έτσι θα σωθούν ζωές.
* Η Χριστίνα Α. Σωτηράκογλου, είναι Δικηγόρος, Πρόεδρος της Ένωσης Γυναικών «ΑΛΥΣΙΔΑ» και ειδική δικαστική γραφολόγος.



