Την ανάγκη σύνδεσης της επαγγελματικής εκπαίδευσης με την παραγωγή επισημαίνει ο αντιπρόεδρος του Σ.Ε.ΒΙ.ΠΕ.Θ, Στράτος Σαράντου
Συνέντευξη στον Γ. Κατσιάνη
Με μελανά χρώματα περιγράφει ο Στράτος Σαράντου την κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην βιομηχανική περιοχή της Θεσσαλονίκης (ΒΙ.ΠΕ.Θ). Ως αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Επιχειρήσεων (ΣΕΒΙΠΕΘ), θεωρεί ότι «η ΒΙ.ΠΕ. δεν πρέπει να είναι πεδίο μονομερούς διαχείρισης» ενώ τάσσεται υπέρ της λήψης μόνιμων μέτρων στήριξης της βιομηχανίας για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους.
Κύριε Σαράντου, ποια είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η μεγαλύτερη βιομηχανική περιοχή της χώρας;
«Η ΒΙ.ΠΕ. Θεσσαλονίκης είναι η μεγαλύτερη βιομηχανική περιοχή της χώρας και ένας από τους σημαντικότερους παραγωγικούς πυρήνες της Βόρειας Ελλάδας. Παρ’ όλα αυτά, αντιμετωπίζει διαχρονικά προβλήματα που δεν αντιστοιχούν στη σημασία της. Το πρώτο μεγάλο ζήτημα είναι οι υποδομές. Οδικό δίκτυο, συνδεσιμότητα internet, καθαριότητα, σήμανση και πράσινο κοινόχρηστων χώρων, χρειάζονται συνεχή και ουσιαστική αναβάθμιση. Δεν μπορεί μια περιοχή που φιλοξενεί εκατοντάδες επιχειρήσεις, χιλιάδες εργαζομένους, μεταφορές, βαριά οχήματα και εξαγωγική δραστηριότητα να λειτουργεί με υποδομές που συχνά θυμίζουν εγκατάλειψη. Το δεύτερο πρόβλημα είναι η θεσμική πολυπλοκότητα. Οι επιχειρήσεις πληρώνουν, δραστηριοποιούνται και επενδύουν αλλά δεν έχουν τον βαθμό συμμετοχής και ελέγχου που θα έπρεπε στη διαχείριση της περιοχής όπου λειτουργούν. Τρίτο και κρίσιμο ζήτημα είναι η ασφάλεια, η κυκλοφορία και η καθημερινή λειτουργικότητα. Η πρόσβαση στην περιοχή και η κίνηση εντός και γύρω από αυτή παρουσιάζει σημαντικές δυσκολίες. Μια ΒΙ.ΠΕ. δεν είναι απλώς ένας χώρος εγκατάστασης επιχειρήσεων. Είναι ζωντανό παραγωγικό οικοσύστημα. Αν δεν λειτουργεί σωστά, το κόστος μεταφέρεται άμεσα στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων».
Τι προσδοκάτε από τη συγκρότηση της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής για την τροποποίηση του νόμου 4982/2022;
«Η συγκρότηση της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής είναι μια σημαντική ευκαιρία, αρκεί να μην περιοριστεί σε τυπικές διορθώσεις. Ο νόμος 4982/2022 ρύθμισε ζητήματα λειτουργίας των ΒΙ.ΠΕ. και των Επιχειρηματικών Πάρκων, όμως στην πράξη ανέδειξε σοβαρές ανησυχίες για τον ρόλο των εγκατεστημένων επιχειρήσεων, τη διαφάνεια, τη λογοδοσία και το κόστος διαχείρισης. Αυτό που ζητούμε είναι ένα πιο ισορροπημένο πλαίσιο. Οι επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στις ΒΙ.ΠΕ. δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται απλώς ως υπόχρεοι καταβολής εισφορών. Πρέπει να έχουν θεσμικό ρόλο, ενημέρωση, λόγο και δυνατότητα ελέγχου στις αποφάσεις που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα και το κόστος λειτουργίας τους. Προσδοκούμε λοιπόν αλλαγές που θα ενισχύουν τη διαφάνεια στους προϋπολογισμούς, στις χρεώσεις και στα έργα, θα προβλέπουν σαφείς υποχρεώσεις του φορέα διαχείρισης και θα διασφαλίζουν ότι οι πόροι που καταβάλλονται επιστρέφουν πραγματικά στην περιοχή με έργα και υπηρεσίες. Η ΒΙ.ΠΕ. δεν πρέπει να είναι πεδίο μονομερούς διαχείρισης. Πρέπει να είναι οργανωμένη παραγωγική κοινότητα, με κανόνες, λογοδοσία και πραγματική συμμετοχή των επιχειρήσεων».
Με ποιο τρόπο μπορεί να αντιμετωπιστεί η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού;
«Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού είναι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για τη βιομηχανία. Δεν αφορά μόνο υψηλή τεχνολογία ή μεγάλες βιομηχανίες. Αφορά τεχνίτες, χειριστές μηχανημάτων, ηλεκτρολόγους, μηχανικούς, συγκολλητές, προσωπικό συντήρησης, ανθρώπους παραγωγής. Η λύση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Χρειάζεται σύνδεση της επαγγελματικής εκπαίδευσης με την πραγματική παραγωγή. Τα ΕΠΑΛ, οι ΣΑΕΚ, τα τεχνικά ιδρύματα, τα επιμελητήρια και οι σύνδεσμοι επιχειρήσεων πρέπει να συνεργαστούν με συγκεκριμένα προγράμματα πρακτικής άσκησης, μαθητείας και επανακατάρτισης. Επίσης, πρέπει να αλλάξει η κοινωνική εικόνα των τεχνικών επαγγελμάτων. Η χώρα δεν μπορεί να μιλά για παραγωγική ανασυγκρότηση και ταυτόχρονα να υποτιμά τον τεχνίτη, τον χειριστή, τον άνθρωπο της παραγωγής. Αυτά τα επαγγέλματα έχουν μέλλον, καλές προοπτικές και κρίσιμη σημασία για την οικονομία. Χρειάζεται, τέλος, χαρτογράφηση των πραγματικών αναγκών των επιχειρήσεων. Όχι γενικά σεμινάρια χωρίς αντίκρισμα αλλά στοχευμένα προγράμματα πάνω στις ειδικότητες που λείπουν σήμερα από τη βιομηχανία».
Θεωρείτε ότι θα πρέπει να ληφθούν μέτρα στήριξης των επιχειρήσεων για την αντιμετώπιση του ενεργειακού κόστους;
«Ναι, αλλά με σοβαρότητα και στόχευση. Το ενεργειακό κόστος παραμένει ένας από τους βασικούς παράγοντες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας. Όταν μια επιχείρηση ανταγωνίζεται εταιρείες από χώρες με χαμηλότερο ενεργειακό κόστος, καλύτερες υποδομές ή πιο σταθερό ρυθμιστικό περιβάλλον, ξεκινά ήδη από μειονεκτική θέση. Τα μέτρα στήριξης δεν πρέπει να έχουν μόνο επιδοματικό χαρακτήρα. Χρειάζονται πολιτικές που μειώνουν μόνιμα το κόστος: ενεργειακές κοινότητες, αυτοπαραγωγή, φωτοβολταϊκά στις στέγες των βιομηχανικών εγκαταστάσεων, αποθήκευση ενέργειας, απλοποίηση αδειοδοτήσεων και δίκαιη πρόσβαση στον ηλεκτρικό χώρο. Η βιομηχανία δεν ζητά προνόμια. Ζητά προβλεψιμότητα. Θέλει να ξέρει με τι κόστος θα παράγει, ώστε να μπορεί να κοστολογεί, να επενδύει και να ανταγωνίζεται. Χωρίς ενεργειακή στρατηγική για την παραγωγή, δεν υπάρχει σοβαρή βιομηχανική πολιτική».
Ικανοποιήθηκε το αίτημά σας για επαναφορά του καθεστώτος έκπτωσης πολλαπλών διελεύσεων από τα διόδια του Ωραιοκάστρου;
«Το αίτημα αυτό αναδείχθηκε γιατί αφορά μια καθημερινή αδικία για εργαζομένους και επιχειρήσεις της ΒΙ.ΠΕ. Θεσσαλονίκης. Οι μετακινήσεις προς και από τη Βιομηχανική Περιοχή δεν είναι τουριστικές ή περιστασιακές. Είναι επαγγελματικές, καθημερινές και αναγκαίες. Η επαναφορά ενός καθεστώτος έκπτωσης πολλαπλών διελεύσεων είναι απολύτως λογική. Δεν μιλάμε για χάρη αλλά για αναγνώριση μιας πραγματικότητας: εργαζόμενοι, επαγγελματίες, προμηθευτές, τεχνικοί και επιχειρήσεις επιβαρύνονται συστηματικά για να έχουν πρόσβαση σε έναν από τους σημαντικότερους παραγωγικούς χώρους της χώρας. Το αίτημα παραμένει κρίσιμο και πρέπει να αντιμετωπιστεί θετικά ωστόσο μέχρι στιγμής έχουμε δεχθεί την άρνηση της υλοποίησης του αιτήματος μας. Η Πολιτεία οφείλει να βλέπει τη ΒΙ.ΠΕ. όχι ως απλή γεωγραφική ζώνη αλλά ως παραγωγική υποδομή εθνικής σημασίας. Ό,τι διευκολύνει την πρόσβαση, μειώνει το κόστος και στηρίζει την καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων, στηρίζει τελικά την απασχόληση, την παραγωγή και την τοπική οικονομία».



