Παρότι η συντριπτική πλειονότητα των Θεσσαλονικέων δηλώνει ότι η σημερινή κατοικία της καλύπτει επαρκώς τις στεγαστικές της ανάγκες, ολοένα και περισσότεροι πολίτες εμφανίζονται διατεθειμένοι να μετακομίσουν αναζητώντας όχι μεγαλύτερο ή φθηνότερο σπίτι, αλλά καλύτερη ποιότητα κατοικίας.
Τα συμπεράσματα προκύπτουν από το 6ο Βαρόμετρο Αγοράς Ακινήτων, το οποίο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Ακίνητα 2026: Checkpoint», αποτυπώνοντας τις νέες τάσεις που διαμορφώνονται στην αγορά ακινήτων της Θεσσαλονίκης.
Η ποιότητα ξεπερνά πλέον το μέγεθος
Σύμφωνα με την έρευνα, το 90% των πολιτών θεωρεί ότι η κατοικία στην οποία διαμένει σήμερα καλύπτει τις βασικές του ανάγκες. Ωστόσο, όσοι σκέφτονται να μετακινηθούν δεν έχουν ως βασικό κριτήριο τα περισσότερα τετραγωνικά ή το χαμηλότερο κόστος.
Αντίθετα, το 50% δηλώνει ότι αναζητά μια πιο ποιοτική κατοικία, ενώ το 45% θα ήθελε μεγαλύτερο σπίτι. Παράλληλα, το 31% αναζητά καλύτερη ενεργειακή απόδοση, το 23% καλύτερη περιοχή και μόλις το 8% ενδιαφέρεται για μικρότερη κατοικία.
Η τάση αυτή συνδέεται άμεσα με το γηρασμένο κτιριακό απόθεμα της πόλης, καθώς μεγάλο μέρος των κατοικιών της Θεσσαλονίκης έχει κατασκευαστεί πριν από δεκαετίες και δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σύγχρονες απαιτήσεις άνεσης, ενεργειακής αποδοτικότητας και λειτουργικότητας.
Το οικονομικό εμπόδιο παραμένει ισχυρό
Παρά την επιθυμία πολλών νοικοκυριών να βελτιώσουν τις συνθήκες στέγασής τους, η οικονομική πραγματικότητα λειτουργεί αποτρεπτικά.
Το 73% όσων δηλώνουν ότι δεν καλύπτονται πλήρως από την κατοικία τους αναφέρει ότι δεν διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να προχωρήσει σε αλλαγή στέγης.
Χαρακτηριστικό είναι ότι μόλις το 4% όσων σχεδιάζουν μετακόμιση εκτιμά πως θα καταφέρει να την υλοποιήσει μέσα στο επόμενο εξάμηνο.
Τα νεόδμητα κερδίζουν τη μάχη των προτιμήσεων
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σαφής υπεροχή των νεόδμητων κατοικιών στις επιλογές των αγοραστών.
Ακόμη και όταν ένα νέο διαμέρισμα κοστίζει 10% περισσότερο από ένα παλαιότερο με αντίστοιχα χαρακτηριστικά, το 90% των ενδιαφερομένων δηλώνει ότι θα προτιμήσει το νεόδμητο.
Ακόμη και όταν η διαφορά τιμής αυξάνεται στο 20%, το 59% εξακολουθεί να επιλέγει τη νέα κατασκευή.
Μόνο όταν η ψαλίδα φτάσει στο 30%, οι περισσότεροι αγοραστές στρέφονται προς τα παλαιότερα ακίνητα.
Η τάση αυτή επιβεβαιώνει ότι η ενεργειακή εξοικονόμηση, τα χαμηλότερα λειτουργικά έξοδα και οι σύγχρονες προδιαγραφές αποτελούν πλέον βασικούς παράγοντες λήψης αποφάσεων.
Οι εκπτώσεις που «κλείνουν» τις συμφωνίες
Η έρευνα αποτυπώνει και τη σημερινή εικόνα των αγοραπωλησιών στη Θεσσαλονίκη.
Σύμφωνα με τους επαγγελματίες του κλάδου, η τελική τιμή πώλησης ενός παλαιού διαμερίσματος διαμορφώνεται συνήθως 5% έως 15% χαμηλότερα από την αρχική ζητούμενη τιμή.
Το 50% των πωλητών δηλώνει πρόθυμο να αποδεχθεί έκπτωση από 5% έως 10%, ενώ ένας στους πέντε εμφανίζεται διατεθειμένος να μειώσει την τιμή ακόμη και κατά 20% για να ολοκληρωθεί η συναλλαγή.
Παράλληλα, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι μόνο το 10% των ιδιοκτητών που σχεδιάζουν πώληση διαθέτουν ήδη συγκεντρωμένα όλα τα απαραίτητα έγγραφα για την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Γιατί πουλούν οι ιδιοκτήτες
Η κάλυψη οικονομικών αναγκών αποτελεί τον βασικό λόγο πώλησης ενός ακινήτου για το 35% των ιδιοκτητών.
Ακολουθούν η χρηματοδότηση άλλων αγορών με ποσοστό 20%, ο φόβος πιθανής μελλοντικής υποχώρησης των τιμών με 17% και η αναζήτηση νέων επενδυτικών ευκαιριών με 11%.
Τα στοιχεία αυτά καταδεικνύουν ότι η απόφαση πώλησης σχετίζεται κυρίως με οικονομικές και επενδυτικές στρατηγικές παρά με αλλαγές στις στεγαστικές ανάγκες.
Ανησυχία για τη ρευστότητα και τα δάνεια
Το βαρόμετρο καταγράφει έντονο προβληματισμό για τη συνολική οικονομική εικόνα των νοικοκυριών.
Το 76% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι οι Έλληνες διαθέτουν σήμερα λιγότερα χρήματα για αγορά ή ενοικίαση κατοικίας σε σχέση με έξι μήνες πριν, ενώ μόλις το 6% πιστεύει ότι η αγοραστική δύναμη έχει βελτιωθεί.
Παράλληλα, σχεδόν δύο στους τρεις χαρακτηρίζουν δύσκολη την πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό, γεγονός που περιορίζει ακόμη περισσότερο τις δυνατότητες απόκτησης κατοικίας.
Η επένδυση επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο
Παρότι η ιδιοκατοίκηση παραμένει ο βασικός λόγος αγοράς ακινήτου, η επενδυτική λογική ενισχύεται σημαντικά.
Το 35% των δυνητικών αγοραστών δηλώνει πλέον ότι αναζητά ακίνητο κυρίως για επενδυτικούς σκοπούς, ποσοστό αισθητά αυξημένο σε σχέση με τις αρχές του έτους.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την πεποίθηση ότι η αγορά ακινήτων εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πιο ασφαλή επενδυτικά καταφύγια σε ένα περιβάλλον αυξημένης οικονομικής αβεβαιότητας.
Οι κλειστές κατοικίες και τα κίνητρα που ζητούν οι ιδιοκτήτες
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα στοιχεία για τα κενά ακίνητα.
Η πλειονότητα των ιδιοκτητών δηλώνει ότι θα εξέταζε το ενδεχόμενο να διαθέσει το ακίνητό της στην αγορά εφόσον υπήρχαν ουσιαστικά κίνητρα, όπως μειωμένη φορολογία, επιδοτήσεις για ενεργειακή αναβάθμιση και ισχυρότερη προστασία απέναντι στους κακοπληρωτές.
Ωστόσο, σχεδόν τρεις στους δέκα ιδιοκτήτες δηλώνουν ότι δεν θα διέθεταν το ακίνητό τους στην αγορά, ανεξαρτήτως των κινήτρων που θα προσφέρονταν.
Το συμπέρασμα
Η αγορά ακινήτων της Θεσσαλονίκης εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου η ποιότητα, η ενεργειακή απόδοση και η σύγχρονη κατασκευή αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα από το μέγεθος ή την τιμή.
Παράλληλα, η οικονομική στενότητα των νοικοκυριών και η δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση συνεχίζουν να αποτελούν σημαντικά εμπόδια, την ώρα που τα νεόδμητα ακίνητα και οι επενδυτικές τοποθετήσεις συγκεντρώνουν ολοένα και μεγαλύτερο ενδιαφέρον.




