Σύμφωνα με το άρθρο 57 παράγραφος 1 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) εάν κάποιος καταδικάστηκε αμετάκλητα, αθωώθηκε ή έπαυσε η ποινική δίωξη του δε μπορεί να ασκηθεί σε βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη ακόμη και αν της έχει δοθεί διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός (άρθρο 57 παρ3 ΚΠΔ).
Για την ύπαρξη δεδικασμένου θα πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια ποινικά κολάσιμη πράξη β) ταυτότητα προσώπου του κατηγορουμένου που δικάστηκε με την απόφαση από την οποία απορρέει το δεδικασμένο γ)ταυτότητα της πράξεως η παράλειψης που περιλαμβάνει και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή (ΑΠ767/2013).Το δεδικασμένο αποτελεί αρνητική δικονομική προϋπόθεση η ύπαρξη του οποίου δεν επιτρέπει την άσκηση ποινικής δίωξης για την ίδια πράξη και αποτελεί έκφραση της αρχής ne bis in idem κατά τον οποίο καθένας μόνο μία φορά και με μία μόνο διαδικασία επιτρέπεται να υποβληθεί στην κρίση της δικαστικής αρχής ως υπαίτιος συγκεκριμένης αξιόποινης πράξης με εφάπαξ άσκηση της ποινικής δίωξης (ΑΠ 5/2009 δημ στη Νόμος, ΑΠ 19/2007 ΠοινΧρ 2007.915).
Οι διατάξεις που εκδίδονται από τον Εισαγγελέα στο πλαίσιο της προδικασίας βάσει του άρθρου 47 ΚΠΔ αποτελούν οιωνεί δεδικασμένο δίνοντας στον Εισαγγελέα την εξουσία να απορρίψει νέες τυχόν καταγγελίες που αφορούν ίδιο ή παρεμφερές περιστατικό κατά ίδιων προσώπων βασιζόμενη στα ίδια αποδεικτικά στοιχεία ή σε επουσιώδη συμπλήρωση αυτών ως νομικά αστήρικτη, ενώ το δεδικασμένο βάσει των άρθρων 47 και 48 ΚΠΔ κάμπτεται εάν προκύψουν νεότερα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1995/2004 ΠοινΛογ 2004/2385, ΔιατΕισΕφΛαρ 134/2005, ΠοινΧρ ΝΖ’, 182, Διάτ. Εισαγ. Πρωτοδικών Αθηνών 907/94). Η ύπαρξη δεδικασμένου ιδρύει λόγο αναίρεσης (άρθρο 510παρ 1 στοιχ Στ ΚΠΔ) και κατοχυρώνεται ενδεικτικά διεθνώς στα άρθ. 53 έως και 57 της Συμφωνίας του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Διεθνή Ισχύ των Ποινικών Αποφάσεων (1970) και στα άρθ. 35 με 37 της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης περί Μεταφοράς Ποινικής Διαδικασίας (1972.
Το δεδικασμένο εκλαμβάνει έξι διαστάσεις, της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας του ατόμου, της παγίωσης της κοινωνικής ειρήνης, της αποφυγής εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, της δεσμευτικότητας των δικαστικών πράξεων και της εδραίωσης της εμπιστοσύνης των πολιτών στη δικαιοδοτική λειτουργία.
Το δεδικασμένο διακρίνεται σε απόλυτο και σε σχετικό. Στο απόλυτο, δεν μπορεί να ασκηθεί πλέον κανένα ένδικο μέσο από οποιονδήποτε δικαιούμενο, καθώς και δεν καθίσταται δυνατό να προσβληθεί η απόφαση σε οποιοδήποτε μέρος της. Στο σχετικό υποκειμενικό δεδικασμένο, η απόφαση δεν δύναται να προσβληθεί από ορισμένο μόνο από τα νομιμοποιούμενα προς άσκηση αυτού πρόσωπα, αλλά μπορεί να προσβληθεί από άλλο δικαιούχο. Μερικό ή σχετικό αντικειμενικό έχουμε όποτε η απόφαση έχει καταστεί αμετάκλητη μόνο σε ορισμένο τμήμα της, συνεπώς και δεν δύναται να προσβληθεί ως προς αυτό, ενώ δύναται να προσβληθεί ως προς άλλο μέρος αυτής. Το μερικό δε χωρίζεται σε κάθετο και οριζόντιο. Στην μία περίπτωση ο κατηγορούμενος προσβάλλει την απόφαση μόνο κατά ένα από τα συρρέοντα εγκλήματα, ενώ στην άλλη η απόφαση προσβάλλεται ως προς ορισμένη παραδοχή της.
To ουσιαστικό δεδικασμένο αφορά την επίδραση της απόφασης σε μια μεταγενέστερη δίκη με το ίδιο αντικείμενο.
Συμπερασματικά το δεδικασμένο εκλαμβάνεται ως αλήθεια(Res judicata pro veritate habetur) μπορεί όμως να είναι αμφισβητήσιμο καθώς η εκτίμηση είναι ελεύθερη (άρθρο 177 ΚΠΔ)
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ KARFITSA


