Από το απλησίαστο νοίκι της κατοικίας έως τα λουκέτα και τα ξενοίκιαστα της Τσιμισκή, η Θεσσαλονίκη γίνεται όλο και πιο φιλική στο κεφάλαιο και όλο και πιο αφιλόξενη για τους ανθρώπους που την κρατούσαν ζωντανή
ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΡΑΓΩΓΙΑ
Η Θεσσαλονίκη δεν είναι πια ακριβώς μια ακριβή πόλη. Είναι κάτι πιο εκλεπτυσμένο, πιο σύγχρονο, πιο πολιτισμένο. Είναι μια πόλη που σου λέει «δεν χωράς» χωρίς να υψώνει τη φωνή της. Δεν σε πετάει έξω με τις κλοτσιές. Σε βγάζει διακριτικά εκτός κάδρου. Με ένα ενοίκιο που δεν βγαίνει, με ένα μαγαζί που δεν βγαίνει, με μια καθημερινότητα που υποτίθεται ότι αναβαθμίζεται, ενώ εσύ απλώς αναρωτιέσαι πότε ακριβώς άρχισες να περισσεύεις.
Από τη μία, έχεις τη στεγαστική κρίση. Το νέο εθνικό μας σπορ: να ψάχνεις σπίτι και να καταλήγεις να ψάχνεις ψυχραιμία. Οι νέοι δεν βρίσκουν να νοικιάσουν χωρίς να υπογράψουν ιδιωτικό μνημόνιο με τον μισθό τους. Οι πιο μεγάλοι κάνουν λογαριασμούς σαν να ετοιμάζονται για εγχείρηση ανοιχτής καρδιάς και όχι για μια απλή μίσθωση δυαριού. Η Ελλάδα ανακάμπτει, λένε. Πολύ ωραία. Μόνο που αυτή η ανάκαμψη θυμίζει εκείνους τους συγγενείς που σε χτυπούν θερμά στην πλάτη ενώ σου έχουν ήδη πάρει την καρέκλα.
Από την άλλη, ακριβώς στην καρδιά της πόλης, η Τσιμισκή παριστάνει την ακμάζουσα βιτρίνα με έναν τρόπο σχεδόν μεταφυσικό. Ενοίκια σε υψόμετρο, λουκέτα στο ισόγειο και ξενοίκιαστα που πολλαπλασιάζονται σαν μανιτάρια μετά τη βροχή. Μόνο που εδώ μιλάμε για καταστήματα που κάποτε είχαν φως, ανθρώπους, τρέξιμο, τσακωμούς για το ταμείο, αγωνία αν θα βγει ο μήνας. Δηλαδή ζωή. Τώρα συχνά έχουν μόνο τζάμια, χαρτιά και εκείνη την κομψή εγκατάλειψη που τόσο ταιριάζει σε πόλεις οι οποίες έχουν μπερδέψει την ανάπτυξη με τη γυαλισμένη ερημία.
Το επιχείρημα είναι γνωστό και σχεδόν πάντα ντυμένο με κουστούμι: έτσι λειτουργεί η αγορά. Οι καλές πιάτσες ακριβαίνουν, οι ισχυροί μένουν, οι αδύναμοι φεύγουν, και κάπως έτσι προκύπτει η πρόοδος. Μόνο που αυτή η “πρόοδος” στο τέλος ισοδυναμεί με λογιστικό φύλλο. Το λιανεμπόριο στα καλύτερα σημεία γίνεται όλο και περισσότερο άθλημα για πολυεθνικές, αλυσίδες και μεγάλους παίκτες. Ο ανεξάρτητος έμπορος αντιμετωπίζεται περίπου όπως μια παλιά πολυθρόνα σε μίνιμαλ σαλόνι: συμπαθής ίσως, αλλά εντελώς εκτός concept.
Η ίδια πόλη που δεν μπορεί πια να στεγάσει αξιοπρεπώς τους νέους της, δεν μπορεί πια ούτε να στεγάσει αξιοπρεπώς τους μικρούς εμπόρους της. Το σπίτι γίνεται δύσκολο για τον κάτοικο και το μαγαζί γίνεται δύσκολο για τον επαγγελματία. Ο χώρος παύει να είναι κοινωνικό αγαθό και γίνεται προϊόν υψηλής απόδοσης. Η κατοικία δεν είναι πρώτα κατοικία, είναι asset. Το κατάστημα είναι πρώτα απόδοση ακινήτου και μετά δουλειά. Και κάπως έτσι η πόλη αρχίζει να μοιάζει με εκείνον τον άνθρωπο που έχει τέλειο ντύσιμο, λευκά δόντια, ακριβό άρωμα και απολύτως καμία διάθεση να ακούσει τι έχεις να πεις.
Βέβαια, όλα αυτά παρουσιάζονται ως σημάδια επιτυχίας. Νέα έργα, νέες επενδύσεις, νέες προσδοκίες, νέες αφίξεις. Θαυμάσια. Μόνο που αν η πόλη γίνεται όλο και πιο φιλική για το κεφάλαιο και όλο και πιο αφιλόξενη για όσους τη ζουν, τη δουλεύουν και τη σηκώνουν στην πλάτη τους, τότε αυτό μάλλον δε μοιάζει με επιτυχία αλλά με μια καλοχτενισμένη μορφή εκτόπισης.
Η Τσιμισκή με τα λουκέτα της και τα σπίτια με τα απλησίαστα ενοίκια λένε στην ουσία το ίδιο πράγμα με διαφορετικό φωτισμό: αν δεν έχεις μεγάλη αντοχή, μεγάλο πορτοφόλι ή μεγάλη τύχη, η πόλη σε αγαπά θεωρητικά. Πρακτικά, σε παρακαλεί να πας λίγο παραπέρα.
Και αυτό είναι ίσως το πιο πικρό αστείο της εποχής. Δεν καταστρέψαμε την πόλη γιατί αυτό θα ήταν πολύ δραματικό, πολύ βαλκανικό, πολύ τίμιο. Κάναμε κάτι πιο εκλεπτυσμένο: τη μετατρέψαμε σιγά σιγά σε βιτρίνα. Και οι βιτρίνες, ως γνωστόν, είναι υπέροχες. Αρκεί να μη χρειάζεται να ζήσεις μέσα τους.



