Στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες, η συγκατοίκηση είναι κοινός τόπος. Ποιος δεν θυμάται τον «Θησαυρό του μακαρίτη» και την επική ατάκα του Νίκου Ρίζου: «Δεν καταλάβατε, δεν θέλω να το αγοράσω, να το νοικιάσω θέλω», για ένα δωμάτιο στο σπίτι της Γεωργίας Βασιλειάδου;
Του Κοσμά Θεοδωρίδη*
Η αγορά, λοιπόν, έκανε κύκλο και επανήλθαμε, με άλλους όρους, στην ίδια φάση. Η συγκατοίκηση, που για δεκαετίες στην Ελλάδα θεωρούνταν κυρίως φοιτητική ή προσωρινή λύση, επιστρέφει δυναμικά ως μια νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα.
Η εκτίναξη των ενοικίων, η έλλειψη κοινωνικής κατοικίας, η μείωση της αγοραστικής δύναμης και η δυσκολία πρόσβασης σε προσιτή στέγη ωθούν ολοένα περισσότερους ανθρώπους να μοιράζονται ένα σπίτι. Όχι μόνο από ανάγκη, αλλά συχνά και ως συνειδητή επιλογή.
Η τάση αυτή είναι ήδη έντονη σε πολλές ευρωπαϊκές —και όχι μόνο— πόλεις, όπου σε πολλές περιπτώσεις δεν σταμάτησε ποτέ και πλέον βαίνει αυξανόμενη. Ας θυμηθούμε, σε αυτό το σημείο, και ένα άλλο πολιτιστικό τοπόσημο: τη σειρά «Τα Φιλαράκια», που είναι στημένη γύρω από τη συγκατοίκηση στη Νέα Υόρκη.
Πλέον, όμως, η τάση αυτή εμφανίζεται με αυξανόμενη συχνότητα και στην Ελλάδα, ιδιαίτερα στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και τις τουριστικές περιοχές. Νέοι εργαζόμενοι, φοιτητές, εποχικά εργαζόμενοι, διαζευγμένοι, αλλά και άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας στρέφονται στη συγκατοίκηση, προκειμένου να περιορίσουν το κόστος στέγασης και καθημερινής διαβίωσης.
Το οικονομικό στοιχείο είναι καθοριστικό. Σε πολλές περιοχές των μεγάλων πόλεων, ένα μικρό διαμέρισμα απορροφά πλέον το μεγαλύτερο μέρος ενός μέσου μισθού. Η συγκατοίκηση επιτρέπει τον επιμερισμό όχι μόνο του ενοικίου, αλλά και των λογαριασμών, των κοινοχρήστων και των λειτουργικών εξόδων. Έτσι, δημιουργείται μια μορφή άτυπης «οικονομίας κλίμακας» μέσα στην ίδια την κατοικία.
Παράλληλα, όμως, η συγκατοίκηση δεν είναι μόνο οικονομικό φαινόμενο. Συνδέεται και με βαθύτερες κοινωνικές αλλαγές. Οι νεότερες γενιές εμφανίζονται περισσότερο εξοικειωμένες με πιο συλλογικούς τρόπους ζωής και λιγότερο προσκολλημένες στο παραδοσιακό μοντέλο της ατομικής κατοικίας. Η τηλεργασία, η κινητικότητα των εργαζομένων και η καθυστέρηση δημιουργίας οικογένειας ενισχύουν ακόμη περισσότερο αυτή τη μεταβολή.
Από την άλλη πλευρά, η εξάπλωση της συγκατοίκησης αναδεικνύει και το μέγεθος της στεγαστικής κρίσης. Όταν η συγκατοίκηση μετατρέπεται από επιλογή σε αναγκαστική λύση για μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης, αυτό αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η αγορά κατοικίας έχει απομακρυνθεί από τις πραγματικές δυνατότητες των πολιτών.
Η Ελλάδα, που παραδοσιακά βασιζόταν στην ιδιοκατοίκηση και στην οικογενειακή υποστήριξη, φαίνεται να μεταβαίνει σταδιακά σε ένα πιο «ευρωπαϊκό» μοντέλο διαβίωσης, όπου η κοινή χρήση κατοικίας γίνεται κανονικότητα και εναλλακτική.
Το επόμενο διάστημα πιθανότατα θα δούμε ακόμη πιο οργανωμένες μορφές συγκατοίκησης, όπως επαγγελματικά διαχειριζόμενα co-living σχήματα, κοινόχρηστους χώρους εργασίας και κατοικίες σχεδιασμένες εξαρχής για πολλαπλούς ενοίκους.
Σε μια χρονική περίοδο όπου θυμόμαστε όλο και περισσότερο την ατάκα του Ρίζου, η συγκατοίκηση δεν αποτελεί πλέον περιθωριακό ή ιστορικής σημασίας φαινόμενο. Εξελίσσεται σε έναν νέο καθρέφτη των οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών της σύγχρονης Ελλάδας.
*Ο Κοσμάς Θεοδωρίδης, Dipl. Ing. Agr., MSc (DIC), PhD, είναι πρόεδρος της CERA, Confederation of European Realty Associations / Συνομοσπονδία Ευρωπαϊκών Ενώσεων Μεσιτών, αντιπρόεδρος της CEPI, Confédération Européenne de l’Immobilier / Συνομοσπονδία Επαγγελματιών Ακινήτων Ευρώπης, και γενικός γραμματέας του ΣΜΑΣΑΑ, Συλλόγου Μεσιτών Αθηνών – Αττικής.


