Στη Χίο σπάσαμε ένα ποτήρι του κρασιού, η μία φίλη μου σκόνταψε και η άλλη φίλη μου έσπασε το σανδάλι της. Η φίλη μου που σκόνταψε εδώ και καιρό προσπαθεί να κάνει το επόμενο βήμα. Καμία φορά πρέπει να πέσεις για να προχωρήσεις. Η άλλη φίλη μου έφερε μαζί της 5 σανδάλια σε διαφορετικά χρώματα. Καμία φορά εάν προφυλάσσεσαι απλά προκαλείς. Περπάτησε τέλεια στα σοκάκια με λυμένο το πέδιλο. Σαν καλοκαιρινή Σταχτοπούτα με καφτάνι. Η Τρίτη φίλη μου έκανε τόσο λεπτές κινήσεις, ίδιες με την ευαίσθητη και διακριτική ψυχή της. Ήθελα να τη χαζεύω.
ΓΡΑΦΕΙ Η ΣΥΝΘΙΑ ΣΑΠΙΚΑ*
Την δεύτερη μέρα φτάσαμε στις Οινούσσες. Προσπαθήσαμε να παντρέψουμε με το ζόρι ένα ζευγάρι στο Κάθισμα, οι οποίοι βρήκαν τον μπελά τους που μας πρόσφεραν την ξαπλώστρα τους.
Το βράδυ οι ουρανοί άνοιξαν. Καθίσαμε στην άκρη του λιμανιού, με θέα το Πατερόνησο, βλέπαμε το φεγγάρι και εγώ μιλούσα στο τηλέφωνο καταλαβαίνοντας το νησί. Τα περάσματα του, την ιστορία του, την έμπνευση και τον πόνο του. Γνωρίσαμε έναν πονεμένο άντρα, στα μαύρα, που έχασε την κόρη του και προσπαθεί να ησυχάσει την ψυχή του στο νησί. Μαζί του και πολλοί άλλοι πλούσιοι καραβάδες του νησιού έχουν χάσει παιδιά, που έγιναν άγιοι, έχουν χάσει καράβια, σπίτια, και προσπαθούν να ξεχάσουν τους καημούς τους πάνω στο κοντά στη θάλασσα, πάντα με μία γεύση τρικυμίας στα χείλη. Οι καραβάδες εκεί νιώθουν μάστορες και οι μάστορες καραβάδες. Τα ξημερώματα, με ανοιχτούς τους ουρανούς, χορέψαμε στο καφέ του νησιού τσιφτετέλι. Όταν περάσαμε από το καφέ είδαμε τους ντόπιους να κάθονται στο μπαρ και να πετάνε κάτω τσίγγινα τασάκια. Πήγαμε να καθίσουμε στο πιο γωνιακό και μακρινό τραπέζι αλλά η γυναίκα του ιδιοκτήτη μας παρακάλεσε να καθίσουμε στο μπαρ να της κάνουμε παρέα. Στο μπαρ που αρχίσαμε να χορεύουμε ήταν ένας ντόπιος με μακριά, γκρίζα σγουρά μαλλιά, ένα ζευγάρι, και ένα ακόμα ζευγάρι. Αφού στο τσακίρ κέφι μας πετάξανε τασάκια, η φίλη μου που σκόνταψε πήρε τα τασάκια και τα έκανε ντέφια. Αφήσαμε τα δικά μας ντέφια και κέφια στο νησί.
Την Τρίτη μέρα, κάναμε περίπατο στην άκρη του κόσμου. Εκεί που 500 χρόνια πίσω πέρασαν άλλοι πριν από εμάς. Ήταν Κυριακή, όλο το χωριό το πρωί μετά την εκκλησία έτρωγε λουκουμάδες και μπουγάτσα στο ίδιο μαγαζί. Σκεφτόμασταν τους καραβάδες παρέα με κάποιους από αυτούς, νυν, πρώην και επόμενους. Αναρωτιόμουν γιατί το μέρος γέννησε τόσους εφοπλιστές. Μάλλον εδώ είναι καλό μέρος για να φέρνει κανείς τις περιπέτειες του. Μάλλον εκεί εάν έχεις στόχους κανείς δεν σε παρεξηγεί. Μάλλον το μέρος τους δίνει την άνεση να νιώθουν ότι από κάπου βαστάνε ακόμα και αν πηγαίνουν ανάποδα. Μάλλον εάν πάει ένας πάνε κι οι άλλοι. Έναν φίλο να δεις να ανεβαίνει, ανεβαίνεις κι εσύ πιο εύκολα. Αυτό γίνεται κάθε μέρα με τις φίλες μου. Μου έλεγαν στο τραπέζι πίνοντας καφέ και τρώγοντας μπουγάτσα ότι όταν κοιτάζουν εκεί ψηλά, στο κέντρο της πόλης βλέπουν παπαγαλάκια μέσα στα δέντρα. Με τις φίλες μου νιώθω άνετα ακόμα και αν πηγαίνω ανάποδα.
Την τέταρτη μέρα συνοψίσαμε. Όπου κι αν πηγαίναμε βλέπαμε τους ίδιους ανθρώπους. Τον γαλανό με το μηχανάκι. Την Κική με τα φρούτα. Τον επαίτη με τον ψηλό δείκτη νοημοσύνης. Το ζευγάρι, τον υδραυλικό με τα μακριά γκρίζα μαλλιά. Την γοργόνα που ήταν αδερφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη θάλασσα. Όταν κοιτάξαμε τον ουρανό μύριζε βασιλικό ίδιο με αυτόν που είχαμε χαϊδέψει το προηγούμενο βράδυ. Και όταν μπήκαμε στο καράβι ήταν κάποιος στην προκυμαία να μας αποχαιρετίσει. Ντυμένος στα μαύρα. Και επειδή κάποιος μας αποχαιρέτισε δεσμευτήκαμε να επιστρέψουμε.
- Η Σύνθια Σάπικα είναι δημοσιογράφος της ΕΡΤ 3
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA








