Γράφει ο Βασίλης Μάστορας
Οσοι εκφράζουν την συμπάθεια τους για το θλιβερό γεγονός της απώλειας του 18χρονου Αλκη, υπάρχει η αίσθηση ότι δεν ήταν ανυποψίαστοι. Κάτι ήξεραν ή κάτι είχαν ακούσει για τον χουλιγκανισμό και για τις ακραίες μορφές βίας. Για καταστάσεις που ξεφεύγουν από τα όρια της οπαδικής βίας. Πού παραπέμπουν σε λογικές εγκληματιών. Απλώς τους δράστες τους συνδέει με τον αθλητισμό το ότι φορούν στο λαιμό τους ένα κασκόλ με τα χρώματα κάποιας ομάδας ή γιατί βρίσκουν καταφύγιο στο «πέταλο» των οργανωμένων μίας ομάδας. Δεν έχουν όμως καμία σχέση μ’ αυτό που λέμε οπαδικό κίνημα που αποτελεί «εργαλείο» υποστήριξης μίας ομάδας για να πετύχει τους αθλητικούς της σκοπούς.
Οσα δάκρυα κι αν χυθούν, όσα μηνύματα συμπαράστασης κι αν βγουν για το τραγικό γεγονός, ο πόνος της οικογένειας του Αλκη είναι αβάστακτος. Το παιδί τους δεν θα το σφίξουν ποτέ στην αγκαλιά τους, δεν θα μοιραστούν ποτέ μαζί του κάποια από τις χαρές τους. Θα τραβήξουν μόνοι τους τον Γολγοθά τους. Ούτε η παραδειγματική τιμωρία των ενόχων μπορεί να απαλύνει τον πόνο τους.
Ο πόνος που προξενεί ο θάνατος δεν μπαίνει σε συμψηφισμούς.
Τι απαιτεί όμως η οικογένεια και όλη η αθλητική κοινωνία; Να πάψει επιτέλους η εργαλιοποίηση του αθλητισμού από τις κυβερνήσεις. Να σταματήσουν να υπολογίζουν το πολιτικό κόστος και να πάρουν αποφάσεις οι οποίες θα στείλουν τον κάθε κατεργάρη στον πάγκο του. Ξέρουν τον τρόπο, η βούληση είναι αυτή η οποία λείπει, γιατί αποφασίζουν με ψηφοθηρικά κριτήρια. Γιατί δεν θέλουν να πιάσουν την «καυτή πατάτα». Ετσι γιγαντώνεται το πρόβλημα και φτάνουμε σε δολοφονίες.
Το κακό όμως έχει παραγίνει. Ο χουλιγκανισμός δεν είναι πρόβλημα που λύνεται με επικοινωνιακά τρικ. Είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που απαιτεί πολιτική βούληση για να λυθεί. Με γενναίες αποφάσεις που θα χτυπήσουν το κακό στη ρίζα του. Πριν θρηνήσουμε ακόμη ένα θύμα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ Karfitsa

