Είναι παραδεχτό πλέον απ’ όλους ότι οι «συμμαχίες» στο ελληνικό ποδόσφαιρο διαρκούν μέχρι το πρώτο ανάποδο σφύριγμα του διαιτητή.
Το εγχώριο ποδόσφαιρο είναι γεμάτο από ιστορίες πολύωρων συνεδριάσεων στις οποίες συμμετείχαν θεσμικοί παράγοντες του ποδοσφαίρου, εκπρόσωποι των ομάδων, της Κυβέρνησης και της ΟΥΕΦΑ όπου δίνονταν όρκοι για ένα Πρωτάθλημα χωρίς εντάσεις, στο οποίο θα κυριαρχούσε η ισονομία. Μόνο… σταυρό δε φιλούσαν οι μεγαλοπαράγοντες. Και πριν ακόμη σβήσει ο απόηχος της συνάντησης άρχιζε το πάρτι των αντιπαραθέσεων. Αιτία; Κάποια σφυρίγματα των διαιτητών, τα οποία κατά την άποψη των παραγόντων, ήταν σε βάρος της ομάδας τους. Επαναλαμβάνεται η ιστορία σαν φάρσα εδώ και πολλά χρόνια. Όλα τα μοντέλα, ώστε να αλλάξει το σκηνικό έχουν εκπονηθεί αλλά το κακό, γιατί περί κακού πρόκειται, είναι… «παντρεμένο» με το ελληνικό ποδόσφαιρο.
Μέχρι και «καπέλο» στην ΕΠΟ, με τον διορισμό Προσωρινής Διοικούσας Επιτροπής έβαλαν τον Οκτώβριο του 2016 ΦΙΦΑ και ΟΥΕΦΑ, για να ακολουθήσει η γνωστή Επιτροπή Παρακολούθησης, με Χούμπελ, Ντερβισάι, Γεωργίου και ο «υπερσύμβουλο» τον Φούσεκ.
Κι όλα αυτά γιατί FIFA και UEFA εξακολουθούσαν να είναι δύσπιστες για την αποτελεσματικότητα της ΕΠΟ. Αυτός ήταν και ο λόγος που αποφασίστηκε να εγκατασταθούν στα γραφεία της ομοσπονδίας στο Γουδή ξένοι τοποτηρητές. Οι οποίοι ουσιαστικά ήταν πάνω και από το Δ.Σ. Στόχος του ορισμού; Να εποπτεύουν όλες τις κινήσεις που απαιτούνται προκειμένου να επιλυθούν τα προβλήματα που υπήρχαν. Ο τοποτηρητής είχε αρμοδιότητα να επεμβαίνει σε όσα ζητήματα κρίνει ο ίδιος ότι πρέπει να αντιμετωπιστούν με συγκεκριμένο τρόπο, άμεσα και χωρίς κωλυσιεργία.
Επί της ουσίας δηλαδή, οι διεθνείς ποδοσφαιρικές αρχές έκαναν κουμάντο στην ΕΠΟ, αφού ήταν διαπιστωμένο ότι δεν ακολουθούνταν οι απαιτούμενες κινήσεις που έφεραν το ελληνικό ποδόσφαιρο ένα βήμα από το Grexit. Με την τοποθέτηση των ξένων στην ΕΠΟ υπήρχε στόχευση, ζητήματα όπως η μη παραπομπή παραγόντων για εμπρηστικές δηλώσεις να λυθούν, ενώ παράλληλα η ομοσπονδία θα υποχρεώνονταν να λάβει μέτρα για την υπόθεση των αγώνων που κρίνονταν ως «ύποπτοι».
Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Ντόρος έγινε, πρόσωπα πήγαν και ήρθαν, αλλά η τοξικότητα από το ελληνικό ποδόσφαιρο δεν έφυγε.
Φέτος δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι ο έντονος ανταγωνισμός που υπάρχει στο Πρωτάθλημα, θα του έδινε μεγαλύτερη λάμψη και θα ήταν η αφετηρία για καλύτερες ημέρες του ελληνικού ποδοσφαίρου. Ματαιοπονούσαν όμως όσοι επένδυσαν την αισιοδοξία τους σε μία τέτοια εξέλιξη.
Οσο φουντώνει η μάχη του τίτλου, τόσο μεγαλώνουν και οι φωνές αντίδρασης. Αλλωστε πάντα βρίσκουν οι παράγοντες μία αφορμή για να βγάλουν το… μαχαίρι από τη θήκη. Και απ’ ότι φαίνεται στο ελληνικό ποδόσφαιρο κανείς δεν αντέχει τον ανταγωνισμό. Ούτε νοιάζονται για την ελκυστικότητα του ποδοσφαιρικού προϊόντος. Ολοι είναι στη λογική του Σπάθα, που στην εποχή της κυριαρχίας της θρυλικής «παράγκας» είχε πει, «εμείς να κερδίζουμε και οι άλλοι να πάνε να….».



