Και να λοιπόν που μετά από τις φουρτούνες ήρθαν οι μπουνάτσες για τις ομάδες μπάσκετ της Θεσσαλονίκης. Γιατί ακόμη και η παρουσία του Ηρακλή στη μεγάλη κατηγορία δεν θα πρέπει να περνάει απαρατήρητη.
Του Βασίλη Μάστορα
Τη μερίδα του λέοντος την κερδίζουν Αρης και ΠΑΟΚ που παραδοσιακά οι μάχες τους τη δεκαετία του ’80 και του ’90 εκτόξευαν στα ύψη την αδρεναλίνη της μπασκετικής Ελλάδας. Δύο ομάδες οι οποίες μπαίνουν φουριόζες και πάλι στο προσκήνιο της επικαιρότητας, με αφετηρία τους ισχυρούς οικονομικά ιδιοκτήτες.
Ο Ρίτσαρντ Σιάο και ο Τέλης Μυστακίδης δίνουν το δικαίωμα στους φίλους των δύο ομάδων να ονειρεύονται και πάλι. Να ονειρεύονται ότι θα ζήσουν και στιγμές από το ένδοξο παρελθόν. Μέχρι που φτάνουν αυτά τα όνειρα; Μέχρι τη συμμετοχή του Αρη και του ΠΑΟΚ στην Ευρωλίγκα.
Είναι ευτύχημα που η Θεσσαλονίκη έχει και πάλι ομάδες που λειτουργούν μέσα σε κλίμα οικονομικής υγείας. Αυτό που επιζητούσαν εδώ και αρκετά χρόνια είναι πλέον πραγματικότητα. Και από τον υγιή ανταγωνισμό κανείς δεν έχασε.
Αλλωστε ο ανταγωνισμός μεταξύ του ΠΑΟΚ και του Άρη στο μπάσκετ είναι από τις πιο ιστορικές και έντονες αντιπαλότητες στην Ελλάδα. Πρόκειται για τα ντέρμπι της Θεσσαλονίκης, που γνώρισαν τη μεγαλύτερη ακμή τους τη δεκαετία του 1980 και στις αρχές του 1990, όταν οι δύο ομάδες διεκδικούσαν πρωταθλήματα, κύπελλα και ευρωπαϊκές διακρίσεις.
Αυτός ο ανταγωνισμός είναι που βοήθησε την ανάπτυξη του μπάσκετ της Θεσσαλονίκης τις προηγούμενες δεκαετίες.
Η αντιπαλότητα ώθησε τις δύο ομάδες να επενδύσουν σε παίκτες, προπονητές και υποδομές. Προϊόν της επένδυσης ήταν τα ντέρμπι να προσελκύσουν τεράστιο ενδιαφέρον από φιλάθλους και τα Μ.Μ.Ε, αυξάνοντας τη δημοτικότητα του αθλήματος.
Ο ανταγωνισμός ήταν που οδήγησε τις ομάδες να επενδύσουν σε σπουδαίους αθλητές, όπως ο Νίκος Γκάλης, ο Παναγιώτης Γιαννάκης, ο Παναγιώτης Φασούλας και ο Μπάνε Πρέλεβιτς.
Ακόμη η αγωνιστική κόντρα Αρη και ΠΑΟΚ, αύξησαν τα έσοδα από τα εισιτήρια, τις χορηγίες, αλλά και την εμπορική αξία των συλλόγων.
Και δεν ήταν μόνο αυτά τα κέρδη της Θεσσαλονίκης. Η πόλη απέκτησε μεγαλύτερη αθλητική προβολή και κινητικότητα γύρω από τους αγώνες.
Η αντιπαλότητα ενίσχυσε την μπασκετική κουλτούρα της πόλης. Πολλές γενιές φιλάθλων μεγάλωσαν παρακολουθώντας αυτά τα παιχνίδια, δημιουργώντας ισχυρούς δεσμούς με το άθλημα.
Είναι παραδεχτό ότι ο ανταγωνισμός βελτιώνει τις ομάδες αγωνιστικά και οργανωτικά.
Ο υγιής ανταγωνισμός ανεβάζει το επίπεδο των συλλόγων. Όταν όμως ο ανταγωνισμός ξεπερνά τα αθλητικά όρια, μπορεί να οδηγήσει σε φανατισμό ή επεισόδια και να αμαυρώσει το αθλητικό προϊόν. Οταν παραμένει σε υγιές πλαίσιο, αποτελεί σημαντικό παράγοντα ανάπτυξης του αθλητισμού και της τοπικής κοινωνίας.
Σε κάθε περίπτωση ο ανταγωνισμός Άρη και ΠΑΟΚ στο μπάσκετ βοήθησε να καθιερωθεί η Θεσσαλονίκη ως μία από τις σημαντικότερες μπασκετικές πόλεις της Ευρώπης και συνέβαλε καθοριστικά στην άνοδο του ελληνικού μπάσκετ. Η ακμή έφερε την παρακμή και τα πέτρινα χρόνια. Και τώρα ανοίγονται μπροστά τους ημέρες δόξης λαμπρής.
Σ’ αυτή την προσπάθεια απαιτείται μία αρετή απ΄ όλους. Αυτή της υπομονής. Για την επιτυχία ενός project με στερεές βάσεις, που θα μακροημερεύσει. Αλλωστε η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μία μέρα.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA




