Ο Ανδρέας Λοβέρδος είναι αυτό που αποκαλούμε πολιτικός-ορχήστρα και άνθρωπος-καρδιά περιβόλι. Είναι καθηγητής πανεπιστημίου, βουλευτής, δικηγόρος, αθλητής αλλά και πατέρας, φίλος και οπαδός. Είναι ένας άνθρωπος που, αν και έχει «λιθοβοληθεί» πολύ, συνεχίζει να στέκεται όρθιος και αγέρωχος. Είναι κοινώς μια κατηγορία μόνος του γιατί, όπως έχει πει ο ίδιος, ακούει με την ίδια ευχαρίστηση Μαρία Κάλλας και Νίκο Μακρόπουλο, αλλά προφανώς σε διαφορετικές φάσεις.
Ο Ανδρέας Λοβέρδος, ενώ αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος της μέρας του στο κοινοβουλευτικό του καθήκον, βρίσκει πάντα χρόνο να κάθεται στις κερκίδες του «Καραϊσκάκης» για να στηρίξει την ομάδα του, τον Ολυμπιακό, να βάλει καλάθια στο γήπεδο μπάσκετ της Καλλιθέας όντας αρχηγός της ομάδας μπάσκετ της Βουλής, να δει στο Netflix κάποια σειρά που τον συνεπαίρνει, όπως την αληθινή ιστορία μιας δικαστικής πλάνης «Όταν μας βλέπουν» -τη συστήνει στους φίλους του, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν είναι σίγουρος αν έχει δει στη ζωή του κάτι πιο πολύτιμο- και φυσικά να πάει βόλτα το αγαπημένο του λυκόσκυλο, τη Μάγια. Η Μάγια θα πάει βόλτα καθημερινά βρέξει χιονίσει. Γιατί αυτός είναι ο Ανδρέας Λοβέρδος: ένας βαθιά αφοσιωμένος άνθρωπος.
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα. Τα παιδικά του χρόνια, οι αναμνήσεις του, η πρώτη του οικογένεια, ορισμένοι από τους στενότερους φίλους του βρίσκονται εκεί. Ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του όμως έχουν και η Κεφαλονιά και η Θήβα, οι δεύτερες, ας πούμε, πατρίδες του. Από την Αχαΐα έφυγε μόλις τελείωσε το σχολείο για να σπουδάσει νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, στη συνέχεια πήγε στο Ινστιτούτο Ευρωπαϊκών Σπουδών στις Βρυξέλλες για μεταπτυχιακές σπουδές στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και αφού ολοκλήρωσε τη διδακτορική διατριβή στο θέμα «Τρομοκρατία και πολιτικό έγκλημα. Μελέτη των φαινομένων από την πλευρά του Δικαίου», ξεκίνησε τη μαχόμενη δικηγορία στην Αθήνα.
Οι δικαστικές αίθουσες όμως δεν έμελλε να είναι οι μόνες αίθουσες αγόρευσης για εκείνον. Η πολιτική είναι μεράκι και σαράκι και, όπως φαίνεται, αυτό το σαράκι είναι βαθιά φωλιασμένο μέσα του. Εκλέγεται ανελλιπώς με κορυφαία σταυροδοσία στη Β’ Αθηνών από την πρώτη κάθοδό του στον πολιτικό στίβο και, όπως οι φίλοι του συνηθίζουν να λένε, με την πολιτική ο Λοβέρδος έχει παντρευτεί. Αν κανείς μπορούσε να παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς ένα εικοσιτετράωρό του, αυτό θα το προσυπέγραφε. Για τον Ανδρέα Λοβέρδο η χαρά και η αξία της πολιτικής είναι διπλές. Από τη μια είναι η μάχη των ιδεών και από την άλλη η εφαρμοσμένη πολιτική που σκοπό έχει να αναβαθμίσει τη ζωή όλων των συμπολιτών του.
Σε ό,τι αφορά το πρώτο, αυτοπροσδιορίζεται ως πατριώτης, κεντρώος, μεταρρυθμιστής πολιτικός και δεν λέει ποτέ «όχι» σε πρόκληση που δίνει ευκαιρία για να διαδώσει και να επιχειρηματολογήσει για τις ιδέες του. Σε ό,τι πάλι αφορά το δεύτερο, έχοντας περάσει από τέσσερα πολύ σημαντικά υπουργεία με τέσσερις διαφορετικούς πρωθυπουργούς (υφυπουργός Εξωτερικών, υπουργός Εργασίας, υπουργός Υγείας, υπουργός Παιδείας) φρόντιζε πάντα να πηγαίνει στο γραφείο του πρώτος και να φεύγει τελευταίος, θέτοντας στους συνεργάτες του για όλες τις επιλογές του μία και μοναδική ερώτηση: «Τι κερδίζουν η χώρα και ο πολίτης από αυτό;».
Το κομμένο τσιγάρο, ο Καζαντζίδης και οι τηγανητές πατάτες
Η ζωή του δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Πέρασε ταραγμένες περιόδους. Κατά το πρώτο μνημόνιο οι καταλήψεις στο γραφείο του ήταν σχεδόν καθημερινότητα. Κάποτε μετέτρεψε το αυτοκίνητό του σε γραφείο για δεκαπέντε μέρες και δούλευε από εκεί. Και μια άλλη φορά, επειδή είχε νυχτώσει και οι καταληψίες ήταν εκεί ολημερίς, η γραμματέας του τους παρήγγειλε σουβλάκια.
Αν υπάρχει κάτι που τον χαρακτηρίζει, αυτό είναι ένα ατελείωτο πείσμα. Το αδύνατον δεν το αποδέχεται. Για αυτό και το μότο του είναι «Αδύνατον δεν είναι τίποτε». Κάποτε ήταν φανατικός καπνιστής. Ο εθνικός μας προπονητής Γιάννης Ιωαννίδης τον προκάλεσε. Το τσιγάρο διακόπηκε και μπορεί δεκαπέντε χρόνια από τότε να επαίρεται ότι καπνίζει ένα τσιγάρο τη μέρα, συνήθως αργά το βράδυ και μάλιστα ποτέ στον δρόμο ή όρθιος. Η αναβλητικότητα και η τσαπατσουλιά μπορεί να διαλύσουν το νευρικό του σύστημα.
Με τα χρόνια όμως έμαθε να ελέγχει τα νεύρα του και σήμερα δύσκολα μπορεί κανείς να διακρίνει πίσω από την έκφρασή του τον θυμό ή την απογοήτευση. Παρ’ όλα αυτά, το πράγμα αλλάζει όταν πρόκειται για ευχάριστες καταστάσεις. Εκεί το γέλιο του είναι πηγαίο και συχνό. Γελά τρανταχτά με ένα πετυχημένο ανέκδοτο, τραγουδά με την ψυχή του όταν ακούει Στέλιο Καζαντζίδη, Τόλη Βοσκόπουλο και Στράτο Διονυσίου, ξέρει απέξω αναρίθμητες ατάκες από ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου. Και γίνεται σαν μικρό παιδί όταν βρεθεί στη θάλασσα, αφού κολυμπά και κάνει θαλάσσιο σκι σαν να μην υπάρχει αύριο.
Αυτό που καλλιεργεί στις ανθρώπινες σχέσεις με πίστη και αφοσίωση είναι η φιλία. Ο Ανδρέας Λοβέρδος έχει πολλούς φίλους, με τους οποίους επικοινωνεί συχνά κυρίως μέσω τηλεφώνου, απαντά σχεδόν σε όλα τα SMS που λαμβάνει και παρά το γεγονός ότι πολλοί συνάδελφοί του ακολουθούν διαφορετική τακτική, εκείνος έχει μόνο ένα τηλεφωνικό νούμερο, το οποίο είναι μάλιστα αναρτημένο στο διαδίκτυο. Όποιος θέλει μπορεί να τον βρει. Και ναι, όπως ο ίδιος δηλώνει, φιλίες υπάρχουν και ανάμεσα σε πολιτικούς. Φιλίες βαθιές και αδιατάρακτες. Αν τον καλέσει κανείς σε γεύμα, αρκεί μια πλούσια μερίδα καλοτηγανισμένες πατάτες για να τον ευχαριστήσει, φτάνει να μην κάνει το λάθος με κάποια αφορμή να τον αποκαλέσει τυχερό.
Αυτή είναι η απαγορευμένη λέξη για τους μυημένους και αυτό γιατί την έχει συνδέσει με μια αληθινά δυσάρεστη ιστορία των νεανικών του χρόνων, όταν κάποιος που προσέλαβε αυτό τον χαρακτηρισμό, λίγο μετά έχασε τη ζωή του από τραγικό τροχαίο δυστύχημα. Από τότε προτιμά οτιδήποτε άλλο πλην του «τυχερός». «Ευλογημένος» θα ήταν μια χαρά, για παράδειγμα. Άλλωστε, είναι γνωστή η ομολογημένη πίστη του στην Ορθοδοξία. Το Άγιον Όρος τα τελευταία είκοσι χρόνια είναι για εκείνον σημείο γαλήνης και καταφυγής.
Ο Ανδρέας Λοβέρδος δηλώνει συχνά πως η ζωή είναι ωραία. Και αυτό τον κινητοποιεί χωρίς να παραπονιέται. Καμιά φορά μόνο παραπονιέται ότι μαυρίζει πολύ, αλλά η προπόνηση για τον κλασικό μαραθώνιο και το τένις έχουν αυτήν τη συνέπεια. Δηλώνει πως έχει επαναπροσδιορίσει τους στόχους του, αλλά στη σχετική μας ερώτηση αρνήθηκε να δώσει απάντηση. Οψόμεθα, λοιπόν…
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL

