, Κυριακή
27 Νοεμβρίου 2022

Νέα κρατικοποίηση ενεργειακού παρόχου στη Γερμανία;

Μετά την Uniper και την VNG, τον τρίτο σε μέγεθος εισαγωγέα φυσικού αερίου στη Γερμανία με έδρα τη Λειψία, τώρα και η SEFE φαίνεται να ακολουθεί στα ίδια χνάρια. Τουλάχιστον αυτό εξετάζει η γερμανική κυβέρνηση, σύμφωνα με δημοσίευμα του Spiegel. Αλλά ποια είναι η SEFE;

Ολόκληρη η επωνυμία της είναι Securing Energy for Europe GmbH, με έδρα το Βερολίνο. Μέχρι τον περασμένο Μάρτιο ονομάζονταν Gazprom Germania και ήταν θυγατρική της ρωσικής Gazprom στη Γερμανία. Αλλά μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τέθηκε υπό καθεστώς κρατικής διαχείρισης, για να εξασφαλιστεί η συνέχιση του εφοδιασμού της χώρας με φυσικό αέριο.

Διαφορές απόψεων ανάμεσα στα δύο οικονομικά υπουργεία

Ωστόσο, η λύση αυτή δεν φαίνεται να ικανοποιεί τη γερμανική κυβέρνηση. Ναι μεν ο στόχος επιτυγχάνεται, αλλά δεν μπορεί να εγγυηθεί μακροπρόθεσμα την σταθερότητα στο εφοαδιασμό, όπως τουλάχιστον ακούγεται από κυβερνητικούς κύκλους. Αλλά και τυχόν κρατικοποίηση δεν είναι κάτι που αποφασίζεται εύκολα, όπως συνέβη στην περίπτωση της Uniper. Οι ίδιοι κύκλοι αναφέρουν ότι σε καθαρά λειτουργικούς και οικονομικούς όρους, η πλήρης εθνικοποίηση της SEFE θα είχε έχει νόημα και είναι εφικτό επί τη βάσει του νόμου Ενεργειακής Ασφάλειας. Αλλά υπάρχει ένα αντεπιχείρημα: Η ανησυχία ότι η Ρωσία θα προχωρούσε σε “αντίποινα” και θα μπορούσε να απαλλοτριώσει γερμανικές θυγατρικές στη Ρωσία. Επίσημη εξαγγελία για κρατικοποίηση δεν υπάρχει. Ο υπουργός Οικονομίας Ρόμπερτ Χάμπερ αρκέστηκε να πει ότι γίνονται συζητήσεις για τον μέλλον της SEFE.

Η οικονομική επιθεώρηση Handelsblatt, στο σημερινό της φύλλο, δημοσιεύει αποκλειστικές πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες υπάρχουν διαφορετικές απόψεις ανάμεσα στα καθ΄ύλη αρμόδια υπουργεία, το υπουργείο Οικονομικών και Οικονομίας. Ο δε φόβος για “αντίποινα” υπό μορφή απαλλοτρίωσης γερμανικών θυγατρικών από τη ρωσική κυβέρνηση είναι πιο έντονος στο υπουργείο Οικονομικών.

Τελική άποψη δεν υπάρχει, γι αυτό και ίσως χρειαστεί ακόμη χρόνος μέχρις ότου η γερμανική κυβέρνηση λάβει τις τελικές αποφάσεις. Μαζί με την Uniper και την VNG η SEFE είναι ένας από τους μεγαλύτερους εισαγωγείς φυσικού αερίου στη Γερμανία. Στους επιχειρηματικούς τομείς της ανήκουν, εκτός από την εμπορία φυσικού αερίου, η μεταφορά του και η διαχείριση εγκαταστάσεων αποθήκευσης αερίου. Από αυτήν εξαρτάται άμεσα η παροχή φυσικού αερίου σε πολλές δημοτικές επιχειρήσεις κοινής ωφελείας. Τον περασμένο Ιούνιο, για να μην καταρρεύσει, η κυβέρνηση την στήριξε με δάνειο 9,8 δισεκατομμυρίων από την κρατική τράπεζα KfW. Τότε μάλιστα αναφέρθηκε ότι σε ένα επόμενο βήμα το Βερολίνο θα εξέταζε την μετατροπή του δανείου σε ίδιο κεφάλαιο. Όπως και η Uniper, έτσι και η SEFE ανήκει σε εκείνες τις εταιρείες ενέργειας που θα στηριχθούν οικονομικά από τους καταναλωτές μέσω της ειδικής εισφοράς φυσικού αερίου που καλούνται να πληρώσουν από 1ης Οκτωβρίου.

Και μια καλή τράπεζα

Η πιθανή επιχείρηση σωτηρίας φέρνει στο προσκήνιο και πάλι την κρατική KfW (Kredit fur Wiederaufbau), την τράπεζα με γνώμονα την ευθύνη, όπως αυτοδιαφημίζεται. Μέσω αυτής η κυβέρνηση διαθέτει τεράστια ποσά για να σώσει την οικονομία από τις επιπτώσεις της ενεργειακής κρίσης. Μόνο η κρατικοποίηση της Uniper θα κοστίσει 30 δις ευρώ, στα χαρτιά. Γιατί κανείς δεν μπορεί να προβλέψει προς το παρόν πόσα άλλα κονδύλια θα χρειαστούν τους επόμενους μήνες ή ακόμη και χρόνια για να στηριχθούν οι εισαγωγείς ενέργειας. Η τράπεζα, που ανήκει κατά 80% στην ομοσπονδία και κατά 20% στα κρατίδια, μπορεί να αναχρηματοδοτεί από τις αγορές εξίσου φθηνά με την κυβέρνηση χωρίς τη “δαμόκλειο σπάθη” του χρεόφρενου που προβλέπεται συνταγματικά και αποτελεί ταμπού, με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, για κάθε γερμανική κυβέρνηση. Επί δεκαετίες στις χρηματαγορές η KfW θεωρείται από τις ασφαλέστερες διευθύνσεις για παροχή δανείων, όπως επισημαίνει η εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung.

Οι κεντρικές τράπεζες, οι ασφαλιστές και άλλοι μεγαλοεπενδυτές είναι πάντα πρόθυμοι να αγοράσουν ομόλογά της κάθε φορά που χρειάζεται φρέσκο χρήμα- και αυτό παγκοσμίως. Στη χειρότερη περίπτωση την ευθύνη για το χρέος αναλαμβάνει το γερμανικό δημόσιο, δηλαδή ο Γερμανός φορολογούμενος. Η πιστοληπτική της ικανότητα είναι πέρα πάσης αμφισβήτησης και θα μειωνόταν μόνο εάν υποβαθμιζόταν πιστοληπτικά ολόκληρη η Γερμανία.

Η γλώσσα των αριθμών αποδεικνύει την πραγματικότητα: Μόνο το πρώτο εξάμηνο 2022 η τράπεζα άντλησε από τις αγορές 56,6 δις ευρώ σε 12 διαφορετικά νομίσματα, Στα μέσα Ιουλίου, λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου και της ενεργειακής κρίσης, αναπροσάρμοσε τον χρηματοδοτικό της σχεδιασμό. Για ολόκληρο τον χρόνο υπολογίζει να δανειστεί 90 δις, αντί για 80 ή 85 δις που εξήγγειλε αρχές του χρόνου. Παρά τις πολλές και διαφορετικές υποχρεώσεις της τράπεζας με 7.700 εργαζόμενους δεν έχει υποστεί καμιά ζημιά μέχρι τώρα. Όλα αυτά τα χρόνια κατέγραψε κέρδη 1,5 δις ευρώ, εκτός από την πρώτη χρονιά του κορωνοϊού μόνο 525 εκ. χάρη σε αναπροσαρμογές αξιών. Δεν απομένει παρά η ελπίδα του Γερμανού φορολογουμένου ότι μετά την πανδημία θα περάσει και την ενεργειακή κρίση σχετικά αλώβητος.

Της Ειρήνης Αναστασόπουλου, δημοσιεύθηκε στην Deutsche Welle