Λίγες εβδομάδες πριν η Τουρκία φιλοξενήσει τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ και υποδεχθεί τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ στην Άγκυρα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φαίνεται να επαναφέρει στο τραπέζι ένα ζήτημα με ιδιαίτερο συμβολισμό για τον ορθόδοξο κόσμο και τις αμερικανοτουρκικές σχέσεις: την επαναλειτουργία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης.
Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε το Reuters, ο Τούρκος πρόεδρος έδωσε εντολή για επανεκκίνηση των συνομιλιών σχετικά με το μέλλον της ιστορικής σχολής, η οποία παραμένει κλειστή από το 1971.

Η εξέλιξη μόνο τυχαία δεν θεωρείται από διπλωματικούς κύκλους. Το θέμα είχε τεθεί προσωπικά από τον Ντόναλντ Τραμπ στις επαφές του με τον Ερντογάν τον περασμένο χρόνο στην Ουάσιγκτον, ενώ η επικείμενη παρουσία του Αμερικανού προέδρου στην Τουρκία για τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ δίνει ιδιαίτερο βάρος σε κάθε κίνηση καλής θέλησης από την Άγκυρα.
«Νέα φάση» στις διαπραγματεύσεις
Ο μητροπολίτης Χαλκηδόνος Εμμανουήλ, στενός συνεργάτης του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, δήλωσε ότι το ζήτημα έχει πλέον περάσει σε «νέα φάση», καθώς το Συμβούλιο Ανώτατης Εκπαίδευσης της Τουρκίας έλαβε εντολή να συνεχίσει τις επαφές με την επιτροπή του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Παρότι δεν υπάρχει ακόμη συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την επαναλειτουργία της σχολής, στο Φανάρι επικρατεί συγκρατημένη αισιοδοξία. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο μητροπολίτης Εμμανουήλ, «μετά από δεκαετίες αδράνειας, το νερό μπήκε στο αυλάκι».
Οι δύο πλευρές καλούνται πλέον να συμφωνήσουν τόσο στις εργασίες αποκατάστασης των εγκαταστάσεων όσο και στο νομικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο λειτουργίας της σχολής.
Ένα θέμα με ισχυρό διεθνές αποτύπωμα
Η Θεολογική Σχολή της Χάλκης ιδρύθηκε το 1844 και για περισσότερο από έναν αιώνα αποτέλεσε το σημαντικότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εκπαιδεύοντας γενιές ορθόδοξων κληρικών, μεταξύ των οποίων και τον σημερινό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

Το κλείσιμό της από τις τουρκικές αρχές το 1971 εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα στις σχέσεις της Άγκυρας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, την Ελλάδα, τις Ηνωμένες Πολιτείες και ευρύτερα τη Δύση.
Για τον λόγο αυτό, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η απόφαση Ερντογάν να επανεκκινήσει τις σχετικές διαδικασίες λίγο πριν από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ δεν αφορά μόνο ένα θρησκευτικό ή εκπαιδευτικό ζήτημα, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια βελτίωσης του διεθνούς προφίλ της Τουρκίας σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών διαβουλεύσεων.
Εφόσον οι συνομιλίες προχωρήσουν και οδηγήσουν τελικά στην επαναλειτουργία της σχολής, θα πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες συμβολικές κινήσεις της Άγκυρας απέναντι στο Οικουμενικό Πατριαρχείο εδώ και περισσότερες από πέντε δεκαετίες.





