Νέο πεδίο ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης δημιουργεί το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, καθώς η Άγκυρα επιχειρεί να συνδέσει μία ελληνική διοικητική και αναπτυξιακή πράξη με τις πάγιες αμφισβητήσεις της στο Αιγαίο.
Το νέο πλαίσιο τέθηκε σε ισχύ στις 19 Αυγούστου με απόφαση του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου και των υφυπουργών Νίκου Τσάφου και Μαριλένας Σούκουλη. Καθορίζει τους όρους χωροθέτησης νέων έργων ΑΠΕ και αποθήκευσης ενέργειας, εισάγοντας αυστηρότερα κριτήρια για προστατευόμενες, νησιωτικές και τουριστικές περιοχές και επικαιροποιώντας ουσιαστικά το πλαίσιο που ίσχυε από το 2008.
Η αντίδραση της Τουρκίας ήταν άμεση. Ο εκπρόσωπος του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών Όντζου Κετσελί υποστήριξε ότι το ελληνικό χωροταξικό «δεν θα επιφέρει καμία νομική συνέπεια» για την Τουρκία και επανέφερε τον ισχυρισμό περί γεωγραφικών σχηματισμών των οποίων, κατά την Άγκυρα, η κυριαρχία «δεν έχει μεταβιβαστεί στην Ελλάδα μέσω διεθνών συνθηκών». Παράλληλα, κάλεσε σε αποφυγή «μονομερών ενεργειών» στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο, επικαλούμενος τη Διακήρυξη των Αθηνών του 2023.
Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και το τουρκικό υπουργείο Άμυνας, με τον εκπρόσωπό του Ζεκί Ακτούρκ να δηλώνει ότι η Άγκυρα παρακολουθεί στενά τις ελληνικές κινήσεις και να επαναφέρει ουσιαστικά τη γνωστή τουρκική επιχειρηματολογία περί «γκρίζων ζωνών».
Σκληρή απάντηση από την Αθήνα
Η αντίδραση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών ήταν ιδιαίτερα αυστηρή. Η Αθήνα χαρακτήρισε τους τουρκικούς ισχυρισμούς «αβάσιμους, απολύτως απαράδεκτους και απορριπτέους», επισημαίνοντας ότι πρόκειται για τη δεύτερη ανάλογη τουρκική τοποθέτηση μέσα σε μόλις δώδεκα ημέρες, μετά την αντίδραση στο Ειδικό Χωροταξικό για τον Τουρισμό.
Το ΥΠΕΞ μίλησε ευθέως για «εμμονή σε αναθεωρητικές θέσεις», υπογραμμίζοντας ότι «το καθεστώς κυριαρχίας στο Αιγαίο είναι απολύτως ξεκάθαρο» και πως η ελληνική κυριαρχία καθορίζεται οριστικά από διεθνή συμβατικά κείμενα και δεν επιδέχεται αμφισβήτηση.
Η νέα αντιπαράθεση, ωστόσο, αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία μεταβάλλεται συνολικά ο ενεργειακός χάρτης της Ανατολικής Μεσογείου.
Στις 5 Αυγούστου υπεγράφη στην Αθήνα η συμφωνία για την είσοδο του γαλλικού επενδυτικού ομίλου Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου, με ποσοστό 66%, στην εταιρεία Great Sea Interconnector. Το έργο αφορά σε πρώτη φάση την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου και σε επόμενο στάδιο τη διασύνδεση με το Ισραήλ.
Ο GSI έχει χαρακτηριστεί Έργο Κοινού Ενδιαφέροντος της ΕΕ και το τμήμα Ελλάδας–Κύπρου έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση 657 εκατ. ευρώ από τον μηχανισμό Connecting Europe Facility. Πρόκειται για υποθαλάσσια σύνδεση μήκους εκατοντάδων χιλιομέτρων, η οποία μπορεί να βάλει τέλος στην ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου και, εφόσον ολοκληρωθεί και το σκέλος προς το Ισραήλ, να δημιουργήσει έναν νέο διάδρομο μεταφοράς «πράσινης» ηλεκτρικής ενέργειας προς την Ευρώπη.
Η παρουσία ισχυρού γαλλικού επενδυτικού ομίλου αλλά και η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση προσδίδουν πλέον στο εγχείρημα διάσταση που υπερβαίνει τις διμερείς ελληνοτουρκικές διαφορές. Και αυτό ακριβώς αποτελεί το νέο δεδομένο: η αντιπαράθεση για το Αιγαίο συναντά πλέον την ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική, με την Αθήνα να επιχειρεί να μετατρέψει τον γεωγραφικό της χώρο σε ενεργειακό πλεονέκτημα και γεωπολιτικό κεφάλαιο.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA







