Ο πατέρας Παναγιώτης Καρατάσιος ζει εδώ και τρεις δεκαετίες στη σερβική πρωτεύουσα, κρατώντας ανοιχτή τη μοναδική ελληνική ορθόδοξη εκκλησία της χώρας και περιμένοντας κάθε Πάσχα τους Έλληνες της Σερβίας για να κάνουν μαζί Ανάσταση
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΜΑΝΗΣ
Ο ιερέας Παναγιώτης Καρατάσιος, από τη Θεσσαλονίκη, κρατά εδώ και τριάντα χρόνια ζωντανή τη μοναδική ελληνική ορθόδοξη εκκλησία στο Βελιγράδι. Έζησε τους βομβαρδισμούς του πολέμου, μια εμπειρία που του έμεινε για πάντα χαραγμένη στη μνήμη, και κάθε Πάσχα περιμένει στο «καταφύγιο» των Ελλήνων της σερβικής πρωτεύουσας όλους τους Έλληνες της γειτονικής χώρας, για να κάνουν μαζί Ανάσταση, όπως κάθε χρόνο.

Αυτές τις ημέρες, ο πατέρας Παναγιώτης ολοκληρώνει τις τελευταίες προετοιμασίες για να υποδεχθεί στο μοναστήρι του Αρχαγγέλου Γαβριήλ, στο Ζέμουν του Βελιγραδίου, τους Έλληνες που ζουν στην πρωτεύουσα της Σερβίας και θα περάσουν εκεί την Ανάσταση και την Κυριακή του Πάσχα. Μαζί τους και όσοι Σέρβοι επιθυμούν, καθώς στη μοναδική ελληνική ορθόδοξη εκκλησία που λειτουργεί στη χώρα, οι ακολουθίες τελούνται και στις δύο γλώσσες.

«Οι Έλληνες, βέβαια, επειδή κατοικούν σε διάφορα σημεία του Βελιγραδίου, έρχονται ουσιαστικά τις Κυριακές και τις μεγάλες γιορτές. Τώρα περιμένω όσοι Έλληνες έχουν μείνει για το Πάσχα εδώ να έρθουν. Είναι ένα καταφύγιο των Ελλήνων», λέει ο ιερέας στην «Κ».
Πώς βρέθηκε στο Βελιγράδι
Ο πατέρας Παναγιώτης σπούδαζε στη βαλκανική πρωτεύουσα πριν από 40 χρόνια, φτάνοντας εκεί από τη Θεσσαλονίκη. Όταν χειροτονήθηκε κληρικός, αποφασίστηκε να αποσπαστεί στο Βελιγράδι, καθώς στη γειτονική χώρα ζούσαν και σπούδαζαν χιλιάδες Έλληνες φοιτητές.
«Ως κληρικός βρίσκομαι εδώ από το 1996. Γνώριζα καλά και τη γλώσσα και τους ανθρώπους και, με την αγάπη του τότε Πατριάρχη, του μακαριστού Παύλου, υπήρχε αυτή η έγνοια ώστε να καλυφθούν πνευματικά οι Έλληνες φοιτητές. Έτσι ζήτησε να υπάρχει εδώ ένας Έλληνας ιερέας για να τους εξυπηρετεί», εξηγεί.

Έτσι, από την Εκκλησία της Ελλάδος βρέθηκε στο Βελιγράδι και έγινε σημείο αναφοράς για τους Έλληνες που ζουν σε ολόκληρη τη Σερβία.
«Κάνουμε ακολουθίες στα ελληνοσερβικά, δίγλωσσα, και δίνουμε τη δυνατότητα στους Έλληνες που ζουν στο Βελιγράδι να έχουν μια εκκλησιαστική φροντίδα», αναφέρει ο ιερωμένος.
Η πιο συγκλονιστική στιγμή που έζησε
Στα 30 χρόνια που ζει στο Βελιγράδι και φροντίζει για την ορθόδοξη πίστη των Ελλήνων που κατοικούν εκεί, μία είναι η πιο συγκλονιστική στιγμή που θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη του: η πρώτη νύχτα των βομβαρδισμών.

«Την παραμονή της 25ης Μαρτίου έπεσαν οι πρώτες βόμβες. Μέχρι το μεσημέρι είχαμε ξεπροβοδίσει τα λεωφορεία με τους Έλληνες φοιτητές μπροστά από το ελληνικό προξενείο, για να επιστρέψουν στη χώρα μας, κι εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Να φύγω; Να μείνω; Λέω, ποιον να ρωτήσω; Αποφάσισα να πάω στον εσπερινό, στον μητροπολιτικό ναό, όπου ήξερα ότι θα είναι ο Πατριάρχης Σερβίας Παύλος. Μετά τον εσπερινό, συνήθως, οι ιερείς τον συνόδευαν στο Πατριαρχικό Μέγαρο. Μπαίνω κι εγώ τελευταίος για να πάρω ευλογία. Όταν ήρθε η σειρά μου, γυρνάει ο Πατριάρχης και μου λέει χαρακτηριστικά — δεν θα το ξεχάσω ποτέ: “Πατέρα Παναγιώτη, όλοι μάς εγκατέλειψαν. Εσύ έμεινες μαζί μας”».

«Δεν χρειαζόμουν κάτι άλλο. Είχα απάντηση στο δίλημμά μου. Πήρα ευλογία και γύρισα στο σπίτι. Εκείνο το πρώτο βράδυ των βομβαρδισμών άκουγα στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου ότι χτύπησαν το στρατιωτικό αεροδρόμιο. Γύρισα στο σπίτι και η σύζυγός μου με τις τρεις κόρες μας ήταν στα σκαλοπάτια, κλαίγοντας. Δεν ήξεραν πού είμαι».
Το μοναστήρι του Αρχαγγέλου Γαβριήλ
Ο ναός στον οποίο λειτουργεί ο πατέρας Παναγιώτης ανήκει στη Σερβική Εκκλησία και έχει διατεθεί για τις ανάγκες και των Ελλήνων πιστών.
«Είναι κάτι σαν παρεκκλήσι», λέει ο ιερέας και συνεχίζει: «Είναι ο ναός του Αρχαγγέλου Γαβριήλ σήμερα, ωστόσο την εποχή που χτίστηκε ήταν αφιερωμένος στους Ταξιάρχες».

Μάλιστα, χτίστηκε από Έλληνα που διέθεσε χρήματα για την κατασκευή του, όπως αποκαλύπτει ο ιερωμένος.
«Το Ζέμουν ανήκε τότε στην Αυστριακή Αυτοκρατορία. Ο τόπος όπου χτίστηκε η εκκλησία που λειτουργώ σήμερα βρισκόταν μέσα στην περιοχή της τότε καραντίνας της Αυστρίας, το λεγόμενο λοιμοκαθαρτήριο. Εκεί, κάθε ταξιδιώτης από την τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία — άρα και από την Ελλάδα —, περνώντας τον ποταμό Σάβο για να πάει στην Ευρώπη, έπρεπε να μπει στο λοιμοκαθαρτήριο και να παραμείνει κάποιες ημέρες, ώστε να διαπιστωθεί αν ήταν άρρωστος, ενώ και η πραμάτεια των εμπόρων έπρεπε να αεριστεί».

«Για τις ανάγκες των τότε ορθοδόξων χριστιανών, ένας πλούσιος Έλληνας έμπορος, ο Θεόδωρος Αποστόλου από το Κατρανίτσι, όπως λεγόταν τότε οι σημερινοί Πύργοι Πτολεμαΐδας, πήρε άδεια και έχτισε αυτή την εκκλησία με δικά του χρήματα, ώστε όλοι οι ορθόδοξοι να λειτουργούνται όσο διάστημα περίμεναν μέσα στο λοιμοκαθαρτήριο».



