Η Θεσσαλονίκη έχει δύο εικόνες. Η πρώτη είναι η γνώριμη: γεμάτα καφέ, εμπορικοί δρόμοι, φοιτητές, τουρίστες, εκδηλώσεις, νέες επενδύσεις, ακίνητα που ακριβαίνουν και μια πόλη που εξακολουθεί να προβάλλει ζωντάνια. Η δεύτερη εικόνα είναι πιο χαμηλόφωνη και συχνά αόρατη: οικογένειες που ζουν με επιδόματα, άνεργοι που παραμένουν για μήνες εκτός αγοράς εργασίας, μονογονεϊκά νοικοκυριά που μετρούν κάθε ευρώ, ενοικιαστές που βλέπουν το εισόδημά τους να εξανεμίζεται, ηλικιωμένοι που περιορίζουν τη θέρμανση και πολίτες που απευθύνονται σε κοινωνικά παντοπωλεία ή συσσίτια.
Δ. ΔΡΑΓΩΓΙΑΣ
Αυτή είναι η Θεσσαλονίκη της φτώχειας πίσω από τη βιτρίνα. Όχι πάντα η φτώχεια που φαίνεται στον δρόμο, αλλά η φτώχεια της καθημερινής ασφυξίας: ο λογαριασμός που μένει απλήρωτος, το ενοίκιο που γίνεται βάρος, το σπίτι που δεν ζεσταίνεται αρκετά, το παιδί που χρειάζεται στήριξη, η οικογένεια που δεν έχει ούτε ένα μικρό οικονομικό μαξιλάρι για μια έκτακτη ανάγκη.
Η φτώχεια δεν είναι πια μόνο θέμα εισοδήματος
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 δείχνουν ότι ο πληθυσμός που βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στην Ελλάδα ανέρχεται στο 27,5%. Ο ίδιος δείκτης για τα παιδιά έως 17 ετών είναι ακόμη υψηλότερος, στο 29,6%, ενώ η υλική και κοινωνική στέρηση καταγράφεται στο 14,9%. Η ΕΛΣΤΑΤ ορίζει τον πληθυσμό σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού ως όσους βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας, ή έχουν υλικές και κοινωνικές στερήσεις, ή ζουν σε νοικοκυριά με χαμηλή ένταση εργασίας.
Με απλά λόγια, δεν μιλάμε μόνο για το πόσα χρήματα μπαίνουν κάθε μήνα στο σπίτι. Μιλάμε για το αν αυτά τα χρήματα αρκούν για ενοίκιο, ρεύμα, θέρμανση, μετακινήσεις, φαγητό, φροντιστήρια, γιατρό, φάρμακα και μια στοιχειώδη αίσθηση ασφάλειας.
Η Κεντρική Μακεδονία πάνω από τον εθνικό μέσο όρο
Η περιφερειακή διάσταση κάνει την εικόνα ακόμη πιο καθαρή. Η διαΝΕΟσις, σε ανάλυσή της για τη φτώχεια και τα εισοδήματα στις ελληνικές περιφέρειες, επισημαίνει ότι η περιφερειακή διάσταση της φτώχειας είναι κρίσιμη για τον σχεδιασμό στοχευμένων πολιτικών, επειδή δεν είναι όλες οι περιοχές της χώρας το ίδιο φτωχές ούτε εξελίσσεται παντού η πορεία των εισοδημάτων με τον ίδιο τρόπο.
Στην Κεντρική Μακεδονία, η φτώχεια κινείται διαχρονικά πάνω από τον εθνικό μέσο όρο, σύμφωνα με τη διαΝΕΟσις. Η ανάλυση σημειώνει ότι σε περιφέρειες όπως η Ανατολική Μακεδονία-Θράκη, η Κεντρική Μακεδονία, η Δυτική Μακεδονία, η Δυτική Ελλάδα και η Πελοπόννησος, το ποσοστό φτώχειας είναι διαρκώς υψηλότερο από το εθνικό.
Για τη Θεσσαλονίκη, ως μητροπολιτικό κέντρο της Κεντρικής Μακεδονίας, αυτό σημαίνει ότι η φτώχεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως γενικό κοινωνικό φαινόμενο. Πρέπει να χαρτογραφηθεί τοπικά: ανά δήμο, ανά γειτονιά, ανά τύπο νοικοκυριού, ανά πρόσβαση σε εργασία, στέγη και κοινωνικές υπηρεσίες.
Το ενοίκιο ως παγίδα φτώχειας
Ένα από τα πιο κρίσιμα πεδία είναι η κατοικία. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ότι το κατώφλι κινδύνου φτώχειας για το 2025 είναι 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και 14.742 ευρώ για νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά κάτω των 14 ετών. Την ίδια ώρα, ο κίνδυνος φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού για όσους ζουν σε ενοικιασμένη κατοικία σε τιμές αγοράς φτάνει το 30,6%.
Αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο για τη Θεσσαλονίκη. Σε μια πόλη όπου τα ενοίκια έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, η φτώχεια δεν αφορά μόνο όσους δεν έχουν εργασία. Αφορά και εργαζόμενους που πληρώνουν μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για στέγη. Αφορά φοιτητές και οικογένειες που στηρίζουν δεύτερο νοικοκυριό. Αφορά ηλικιωμένους που νοικιάζουν. Αφορά μονογονεϊκά νοικοκυριά που δεν έχουν εναλλακτική.
Το ενοίκιο γίνεται έτσι μηχανισμός φτωχοποίησης. Μπορεί κάποιος να έχει εισόδημα, αλλά μετά το μίσθωμα, τους λογαριασμούς και τα βασικά έξοδα να μένει στην πράξη χωρίς καμία ασφάλεια.

Μονογονεϊκές οικογένειες και παιδιά στην πρώτη γραμμή
Οι πιο ευάλωτες ομάδες φαίνονται καθαρά στους δείκτες. Τα νοικοκυριά με έναν ενήλικα και τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί καταγράφουν κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού 36,1%. Ακόμη υψηλότερο είναι το ποσοστό για τα νοικοκυριά δύο ενηλίκων με τρία ή περισσότερα εξαρτώμενα παιδιά, όπου φτάνει το 40,4%. Για τα παιδιά 0–17 ετών, ο δείκτης κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού βρίσκεται στο 29,6%.
Πίσω από αυτούς τους αριθμούς υπάρχουν καθημερινές ιστορίες: γονείς που κόβουν δραστηριότητες των παιδιών, μητέρες που μεγαλώνουν μόνες παιδιά με επισφαλή εισοδήματα, οικογένειες που αναβάλλουν ιατρικές ή οδοντιατρικές ανάγκες, παιδιά που μεγαλώνουν με περιορισμούς που δεν φαίνονται πάντα στο σχολείο ή στη γειτονιά.
Η παιδική φτώχεια είναι ίσως η πιο σκληρή όψη του προβλήματος. Γιατί δεν αποτυπώνει μόνο το παρόν ενός νοικοκυριού, αλλά και το μέλλον του παιδιού: πρόσβαση σε μάθηση, υγεία, κοινωνικές δραστηριότητες, ασφαλή κατοικία και ίσες ευκαιρίες.
Η ενεργειακή φτώχεια μπαίνει στο σπίτι
Το 2025, η σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση αυξήθηκε στο 14,9%, από 14,0% το 2024, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ. Για τα παιδιά 0–17 ετών αυξήθηκε επίσης, φτάνοντας το 15,9%.
Η στέρηση αυτή μεταφράζεται σε καθημερινές αδυναμίες. Στους φτωχούς, το 66,6% καθυστερεί την πληρωμή πάγιων λογαριασμών, το 82,6% δηλώνει επιβάρυνση από το κόστος στέγασης, το 35,9% δεν έχει οικονομική δυνατότητα για ικανοποιητική θέρμανση τον χειμώνα και το 99,9% δεν μπορεί να καλύψει μια έκτακτη αναγκαία δαπάνη περίπου 500 ευρώ.
Αυτοί οι δείκτες περιγράφουν τις πραγματικές «αόρατες ουρές» της πόλης. Δεν είναι μόνο η ουρά στο κοινωνικό παντοπωλείο. Είναι η ουρά στους απλήρωτους λογαριασμούς. Η αναμονή μέχρι τον επόμενο μισθό ή επίδομα. Η αναβολή μιας αγοράς, μιας εξέτασης, μιας επισκευής. Η επιλογή ανάμεσα σε θέρμανση και άλλα βασικά έξοδα.
Η μεγάλη ψαλίδα με την Αθήνα
Η φτώχεια στη Θεσσαλονίκη πρέπει να διαβαστεί και μέσα από τη μεγάλη οικονομική απόσταση από την Αθήνα. Εδώ χρειάζεται μια μεθοδολογική διευκρίνιση: τα διαθέσιμα επίσημα στοιχεία των Περιφερειακών Λογαριασμών της ΕΛΣΤΑΤ είναι σε επίπεδο Περιφέρειας, άρα η σύγκριση γίνεται ανάμεσα στην Αττική, που λειτουργεί ως οικονομικός χώρος της Αθήνας, και την Κεντρική Μακεδονία, με μητροπολιτικό κέντρο τη Θεσσαλονίκη.
Το 2023, η Αττική κατείχε το 48,8% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας της χώρας, ενώ η Κεντρική Μακεδονία το 13,9%. Στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, η Αττική έφτασε τα 29.732 ευρώ, ενώ η Κεντρική Μακεδονία τα 16.982 ευρώ. Η διαφορά είναι 12.750 ευρώ ανά κάτοικο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι κάτοικοι της Αττικής είναι εύποροι ή ότι όλοι οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης είναι φτωχοί. Δείχνει όμως κάτι κρίσιμο: η Θεσσαλονίκη είναι μεν το δεύτερο μητροπολιτικό κέντρο της Ελλάδας, αλλά κινείται σε πολύ χαμηλότερο οικονομικό επίπεδο από την πρωτεύουσα. Και αυτό επηρεάζει μισθούς, επενδύσεις, αγορά εργασίας, διαθέσιμο εισόδημα και τελικά την αντοχή των νοικοκυριών απέναντι στα ενοίκια, στους λογαριασμούς και στο κόστος ζωής.
Τέλος, η ανεργία παραμένει βασικός δείκτης κοινωνικής πίεσης. Η ΔΥΠΑ ανακοίνωσε ότι τον Μάιο του 2026 οι εγγεγραμμένοι στο μητρώο της ανήλθαν σε 660.682 άτομα, από τους οποίους 373.042, δηλαδή 56,5%, ήταν εγγεγραμμένοι για χρονικό διάστημα ίσο ή μεγαλύτερο των 12 μηνών.








