Απειλές προς τον ανήλικο γιο του και προσβλητική μεταχείριση του ίδιου καταγγέλλει Βούλγαρος πολίτης, μετά από αστυνομικό έλεγχο στον χώρο όπου παραθέριζαν στη Χαλκιδική.
Σύμφωνα με όσα περιγράφει, η υπόθεση δεν τελείωσε με την αποχώρηση των αστυνομικών: όταν απευθύνθηκε στο βουλγαρικό προξενείο, ακολούθησαν παρεμβάσεις για να αποσύρει την αναφορά του, ενώ σε μία από τις συζητήσεις τέθηκε ακόμη και ενδεχόμενο κατάσχεσης του αυτοκινήτου του.
Το περιστατικό σημειώθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου 2026 στην Τρανή Αμμούδα, κοντά στον Όρμο Παναγίας. Την παρουσία της Δίωξης Ναρκωτικών και το αρνητικό αποτέλεσμα του ελέγχου επιβεβαιώνει υπηρεσιακή βεβαίωση του Τμήματος Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων Πολυγύρου, με ημερομηνία 16 Σεπτεμβρίου.
Το έγγραφο καταγράφει ότι από τον έλεγχο πατέρα και γιου, αλλά και από την αναζήτηση στοιχείων στο ηλεκτρονικό αρχείο της υπηρεσίας, «ουδέν προέκυψε σε βάρος τους».

Σύμφωνα με την περιγραφή του πατέρα, όλα άρχισαν το απόγευμα, όταν επέστρεφε από την παραλία μαζί με το παιδί. Άνδρες με πολιτική περιβολή εμφανίστηκαν έξω από την ιδιοκτησία του και η πρώτη ερώτηση που του έκαναν ήταν αν το ακίνητο πωλείται.
Ακολούθησαν ερωτήσεις για όσους βρίσκονταν εκεί και αίτημα να μπουν στον χώρο, προκειμένου να ελέγξουν αν υπήρχαν άλλα άτομα.
Ο ίδιος υποστηρίζει ότι επέτρεψε την είσοδο γι’ αυτόν τον σκοπό και ότι στη συνέχεια ενημερώθηκε πως θα πραγματοποιούνταν έρευνα για ναρκωτικά και όπλα, έπειτα από ανώνυμη πληροφορία.
Η ΕΛ.ΑΣ., στη βεβαίωσή της, αναφέρει ότι η τροχοβίλα και ο αποθηκευτικός χώρος στο περιφραγμένο οικόπεδο ελέγχθηκαν «κατόπιν συναίνεσης – πρόσκλησης» του ιδιοκτήτη, «με αρνητικό αποτέλεσμα». Ο πατέρας, όμως, αμφισβητεί την έκταση της συναίνεσης που έδωσε και περιγράφει διαφορετικά τις συνθήκες εισόδου και ελέγχου.
Όπως αναφέρει, δεν γνωρίζει ελληνικά και μιλά περιορισμένα αγγλικά. Όταν προσπάθησε να επικοινωνήσει με γνωστό του για βοήθεια στη μετάφραση, υποστηρίζει ότι του αφαιρέθηκε προσωρινά το κινητό. Η συνεννόηση έγινε τελικά μέσω ανοιχτής ακρόασης.
Κατά την καταγγελία, ο έλεγχος επεκτάθηκε στους χώρους διαμονής, στην αυλή και στα οχήματα της οικογένειας. Ο πατέρας περιγράφει ρούχα και προσωπικά αντικείμενα σκορπισμένα και φωτογραφίες κατεβασμένες από τους τοίχους. Υποστηρίζει ότι η συμπεριφορά απέναντί του ήταν προσβλητική και ότι ένιωσε να ταπεινώνεται μπροστά στο παιδί του.
Η σοβαρότερη αναφορά αφορά τον ανήλικο. Ο πατέρας μεταφέρει ότι ο γιος του τού περιέγραψε αργότερα απειλές και πιεστικές ερωτήσεις για το πού βρίσκονταν ναρκωτικά και όπλα. Η συγκεκριμένη καταγγελία αφορά τη συμπεριφορά κατά τον έλεγχο και χρειάζεται να εξεταστεί αυτοτελώς.
Σύμφωνα με τη βεβαίωση της ΕΛ.ΑΣ., ο έλεγχος πραγματοποιήθηκε από τις 16:30 έως τις 17:00. Ο πολίτης αναφέρει ότι δεν του παραδόθηκε επιτόπου έκθεση και ότι στη συνέχεια αναζήτησε εξηγήσεις από τις αστυνομικές υπηρεσίες.
Στον Πολύγυρο, όπως υποστηρίζει, ο διοικητής δήλωσε αρχικά ότι δεν γνώριζε την επιχείρηση και, αφού απομακρύνθηκε για λίγη ώρα, επέστρεψε επιβεβαιώνοντας τη συμμετοχή αστυνομικών που υπάγονταν σε αυτόν.
Οι επόμενες επαφές, όπως περιγράφονται στην καταγγελία, ανοίγουν ένα δεύτερο κεφάλαιο. Στις 16 Σεπτεμβρίου ο πατέρας συναντήθηκε με πρόσωπο που παρουσιάζει ως πρώην επικεφαλής τοπικής αστυνομικής υπηρεσίας.
Παρούσα, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν γυναίκα που βοηθούσε στη μετάφραση. Ο συνομιλητής του φέρεται να του ζήτησε επανειλημμένα να αποσύρει την αναφορά προς το βουλγαρικό προξενείο, με το επιχείρημα ότι θα δημιουργούσε προβλήματα σε αστυνομικό.
Δύο ημέρες αργότερα, στις 18 Σεπτεμβρίου, το ίδιο πρόσωπο φέρεται να τον επισκέφθηκε στην ιδιοκτησία του. Κατά την καταγγελία, του είπε ότι υπήρχε ζήτημα με το αυτοκίνητό του και ότι μπορούσε να κατασχεθεί.
Στην ίδια συζήτηση επανέλαβε το αίτημα να σταλεί μήνυμα στον Γενικό Πρόξενο της Βουλγαρίας στη Θεσσαλονίκη για την απόσυρση της αναφοράς και να προωθηθεί στην αστυνομία στον Πολύγυρο. Ο πατέρας δηλώνει ότι αρνήθηκε.
Το αν υπήρχε πράγματι καταγεγραμμένο πρόβλημα με το όχημα, με ποια ιδιότητα έγιναν οι παρεμβάσεις και αν ο συγκεκριμένος συνομιλητής ενεργούσε αυτοβούλως ή σε συνεννόηση με άλλους είναι ζητήματα που απαιτούν εξακρίβωση. Η επίκληση αστυνομικών από τρίτο πρόσωπο δεν τεκμηριώνει από μόνη της δική τους συμμετοχή στις καταγγελλόμενες πιέσεις.
Η υπόθεση αποκτά και διεθνή, προξενική διάσταση, καθώς ο καταγγέλλων αναφέρει ότι έχει ενημερώσει το βουλγαρικό προξενείο για όσα συνέβησαν. Η αναφορά αυτή αφορά τη μεταχείριση πολίτη της Βουλγαρίας και του ανήλικου παιδιού του από ελληνική αστυνομική υπηρεσία. Στο διαθέσιμο υλικό δεν περιλαμβάνεται απάντηση του προξενείου ή έγγραφο επίσημης παρέμβασής του.
Η υπηρεσιακή βεβαίωση επιβεβαιώνει τον έλεγχο, την υπηρεσία που τον πραγματοποίησε και την απουσία ευρημάτων. Οι καταγγελίες για απειλές, προσβλητική συμπεριφορά και πιέσεις απόσυρσης παραμένουν προς διερεύνηση. Στο υλικό του ρεπορτάζ δεν περιλαμβάνεται ειδική απάντηση της ΕΛ.ΑΣ. σε αυτές ούτε επιβεβαίωση ότι έχει διαταχθεί σχετική έρευνα.
Ποιος έδωσε την εντολή και ποια διαδικασία ακολουθήθηκε; Πώς αντιμετωπίστηκε ο ανήλικος; Με ποια ιδιότητα φέρεται να ζητήθηκε η απόσυρση της αναφοράς και γιατί συζητήθηκε μαζί με ενδεχόμενη κατάσχεση αυτοκινήτου;
Η ΕΛ.ΑΣ. οφείλει συγκεκριμένες απαντήσεις. Εφόσον οι καταγγελίες έχουν περιέλθει σε γνώση των αρμόδιων αρχών, χρειάζεται να διευκρινιστεί και τι έχει γίνει για τη διερεύνησή τους. Τυχόν αδράνεια απέναντι σε αναφορές για απειλές σε παιδί και πιέσεις σε καταγγέλλοντα θα εξέθετε θεσμικά την αστυνομία.



