Ο αρθρικός χόνδρος είναι ένας λεπτός, λείος, μαλακός και ελαστικός υμένας, ο οποίος καλύπτει τις αρθρικές επιφάνειες των οστών και επιτρέπει την ομαλή και με ελάχιστη τριβή κίνηση των αρθρικών επιφανειών. Βασική του λειτουργία είναι η κατανομή των φορτίων και η μείωση των πιέσεων στο υποχόνδριο οστό (το οστό κάτω από τον χόνδρο).
Επιμέλεια ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ
Αποτελείται από νερό, κολλαγόνο, πρωτεογλυκάνες, πρωτεΐνες και χονδροκύτταρα. Αυτή η μοναδική σύσταση τού εξασφαλίζει ιδιαίτερες μηχανικές ιδιότητες. Μπορεί κατά τη διάρκεια της φόρτισης να παραμορφώνεται και μετά την άρση της να λαμβάνει πάλι το αρχικό του σχήμα και να επιστρέφει στο αρχικό του πάχος.
«Ο χόνδρος δεν διαπερνάται από νεύρα ή αγγεία και τρέφεται με διάχυση από το αρθρικό υγρό. Αυτό παράγεται από τον αρθρικό υμένα και η ποσότητά του σε μια φυσιολογική άρθρωση είναι ελάχιστη. Συνέπεια αυτού είναι ότι αρθρικός χόνδρος έχει περιορισμένη ικανότητα αυτοεπούλωσης και αυτοεπιδιόρθωσης, με αποτέλεσμα, όταν τραυματιστεί ή προσβληθεί από κάποια πάθηση (ρευματοειδής αρθρίτιδα, σηπτική αρθρίτιδα, οστεονέκρωση κ.ά.), να οδηγείται σε προοδευτική καταστροφή.
Αν η αρχική βλάβη του χόνδρου δεν διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί έγκαιρα, τότε η χονδροπάθεια που δημιουργείται αρχικά οδηγεί σε οστεοαρθρίτιδα», εξηγεί ο κ. Δημήτριος Δόβρης, Ορθοπαιδικός Χειρουργός. Οι βλάβες που δίνουν συμπτώματα έχουν συνήθως μέγεθος 2-4 εκατοστά, επηρεάζουν τη φυσιολογική λειτουργία της άρθρωσης και προκαλούν άλγος (πόνο), ύδραρθρο (συγκέντρωση υγρού), δυσκαμψία, ενώ κάποιες μπορεί να μπλοκάρουν την άρθρωση. Η αντιμετώπιση των χόνδρινων ελλειμμάτων πρέπει να είναι εξατομικευμένη λόγω της ιδιαιτερότητας της πάθησης.
Ο ειδικευμένος ορθοπαιδικός που θα αναλάβει τη θεραπευτική αντιμετώπιση, θα πρέπει να λάβει υπόψη του την ηλικία του ασθενούς, τις καθημερινές του απαιτήσεις, τη γενική κατάσταση της υγείας του, τη συμμόρφωσή του, την εντόπιση της εμπλεκόμενης άρθρωσης κ.ά.
Η αντιμετώπιση αρχικά περιλαμβάνει συντηρητικά μέσα. Η πρώτη σύσταση που γίνεται στον ασθενή είναι η μυϊκή ενδυνάμωση της πάσχουσας περιοχής, προκειμένου να διαπιστωθεί αν με τη βοήθειά της τα συμπτώματα μπορεί να υποχωρήσουν ή και να εκλείψουν. Αν το παραπάνω μέτρο δεν αποδώσει, ακολουθεί η χορήγηση σκευασμάτων που περιέχουν συστατικά του φυσιολογικού αρθρικού χόνδρου (γλυκοζαμίνες, χονδροϊτίνες, υαλουρονικό οξύ, κολλαγόνο) με από του στόματος χορήγηση. Έπειτα έρχονται οι απευθείας εγχύσεις υαλουρονικού οξέος, αυξητικών παραγόντων (PRPs), μεσεγχυματικών κυττάρων και βλαστοκυττάρων, εντός της πάσχουσας άρθρωσης. Σειρά έπειτα παίρνουν οι χειρουργικές λύσεις, που συνήθως θα λύσουν και το πρόβλημα, δεδομένου ότι τα παραπάνω μέτρα δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν, ακόμη τουλάχιστον, τις σοβαρότερες περιπτώσεις.
Γονιδιακή θεραπεία
«Τελευταία, η γονιδιακή θεραπεία έχει βρει σημαντικό πεδίο στην έρευνα της χονδρογένεσης. Γονιδιακοί φορείς ή γενετικά τροποποιημένα χονδροκύτταρα ή μεσεγχυματικά κύτταρα τοποθετούνται στην περιοχή της βλάβης, ρυθμισμένα έτσι ώστε να παράγουν αυξητικούς παράγοντες που οδηγούν στην παραγωγή νέου αρθρικού χόνδρου (χονδρογένεση). Όμως η θεραπεία αυτή βρίσκεται ακόμη σε ερευνητικό και πειραματικό στάδιο και δεν έχει εφαρμοστεί σε κλινικές δοκιμές. Σήμερα υπάρχουν αρκετές αξιόπιστες λύσεις για ένα συχνό πρόβλημα, για το οποίο, παλιότερα, στη θεραπευτική φαρέτρα του ορθοπαιδικού υπήρχαν πολύ λίγα όπλα. Θα πρέπει όμως να έχουμε υπόψη ότι όλες οι περιγραφόμενες λύσεις είναι αποτελεσματικές, μόνο εφόσον γίνει σωστή διάγνωση του προβλήματος και επιλογή τόσο του ασθενούς όσο και της θεραπείας», καταλήγει ο κ. Δόβρης.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL








