06:00, Κυριακή
02 Οκτωβρίου 2022

Πάρκινσον: Θεραπευτική επανάσταση με βηματοδότη εγκεφάλου

Η εν τω βάθει εγκεφαλική διέγερση (DBS) είναι η μόνη επεμβατική θεραπεία για τη νόσο Πάρκινσον. Πρόκειται για μια νευροχειρουργική επέμβαση κατά την οποία, μέσω μικρών οπών στο κρανίο, εμφυτεύονται μικροσκοπικά ηλεκτρόδια σε συγκεκριμένες περιοχές του εγκεφάλου (πυρήνες-στόχοι), με σκοπό τη διέγερσή τους για την αντιμετώπιση ιδιαίτερων νευρολογικών και ψυχιατρικών καταστάσεων.

Τα ηλεκτρόδια αυτά συνδέονται με καλώδια που κάνουν, κάτω από το δέρμα, μια διαδρομή που ξεκινάει πίσω από το αυτί και τελειώνει στον θώρακα κάτω από την κλείδα, σε έναν νευροδιεγέρτη που εμφυτεύεται στην περιοχή, επίσης κάτω από το δέρμα. Ο νευροδιεγέρτης είναι ένας ηλεκτρονικός βηματοδότης (όμοιος με αυτόν της καρδιάς), ο οποίος παράγει ηλεκτρικές ώσεις που, μέσω των καλωδίων, φτάνουν στα εμφυτευμένα ηλεκτρόδια και αλλάζουν τα νευρικά σήματα που δημιουργούν το συγκεκριμένο πρόβλημα.

«Τα επιτυχή αποτελέσματα αυτής της επέμβασης ώθησαν τους νευροχειρουργούς, σε όλο πλέον τον κόσμο, να αρχίσουν όχι μόνο να εφαρμόζουν τη συγκεκριμένη μέθοδο αλλά και να διερευνήσουν την εφαρμογή της σε σχέση με άλλες παθήσεις όπως η δυστονία (κινητική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από ακούσιες συσπάσεις των μυών), η επιληψία, η ψυχαναγκαστική διαταραχή, οι διαταραχές επιπέδου συνείδησης και άλλα ψυχιατρικά σύνδρομα και εθισμοί.

Η επιτυχία της μεθόδου ήταν ανάλογη σε όλα τα παραπάνω προβλήματα. Γενικά, όμως, η εφαρμογή της μεθόδου DBS θα πρέπει να γίνεται όσο το δυνατόν πιο νωρίς σε σχέση με την έναρξη της νόσου και πάντως πολύ πριν από το τελικό στάδιό της, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι πτώσεις, τα κατάγματα, ο κλινοστατισμός και η αναπηρία, και να επιτυγχάνεται η ανεξαρτητοποίηση του ασθενή και της οικογένειάς του. Τότε, η μέθοδος DBS επιτυγχάνει κάτι εκπληκτικό: “γυρνάει τη νόσο δέκα χρόνια πίσω”, όπως λέγεται. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, προσφέρει βελτίωση κατά μέσο όρο 73% των κινητικών συμπτωμάτων, 58% μείωση της φαρμακευτικής αγωγής και 67% των δυσκινησιών. Ας σημειωθεί ότι η δοκιμασία LDOPA (LDOPA TEST) που προηγείται της επέμβασης επιτρέπει σε ασθενή και ιατρό να γνωρίζουν το ποσοστό βελτίωσης που θα προκύψει με την επέμβαση, ενώ η διάρκεια των αποτελεσμάτων αυτής είναι τουλάχιστον δέκα έτη. Δέκα έτη ανεξαρτησίας για τον ασθενή αλλά και για τα οικεία του άτομα», επισημαίνει ο νευροχειρουργός Νικόλαος Χαλιάσος.

Ελάχιστες επιπλοκές

Η επιτυχία της επέμβασης, η κατάκτηση, δηλαδή, του ποσοστού βελτίωσης που έχει προσδιοριστεί με τη δοκιμασία LDOPA, εξαρτάται απόλυτα από: το στάδιο της νόσου (σύμφωνα με τη μελέτη EARLYSTIM -2013-, «όσο πιο νωρίς τόσο πιο καλά»), τη σωστή επιλογή του ασθενή, την επιτυχημένη τοποθέτηση των ηλεκτροδίων, τη ρύθμιση των παραμέτρων του νευροδιεγέρτη και τη συμμόρφωση του ασθενή στις οδηγίες των ιατρών. Η διάρκεια νοσηλείας κυμαίνεται, ανάλογα με τη βαρύτητα της νόσου και την ηλικία του ασθενή, από δύο έως τρεις ημέρες. Για να φύγει ο ασθενής από το κέντρο νοσηλείας πρέπει να μπορεί να κινείται με άνεση και αυτόνομα. Για χρονικό διάστημα τριών μηνών μετά την επέμβαση πραγματοποιούνται από τον νευρολόγο ρυθμίσεις των παραμέτρων του νευροδιεγέρτη. Μετά το εξάμηνο η παρακολούθηση γίνεται ετήσια. «Οι επιπλοκές της επέμβασης DBS είναι ελάχιστες και συνήθως αναστρέψιμες υπό την προϋπόθεση ότι αυτή έχει σχεδιαστεί από έμπειρο νευροχειρουργό, σε ένα κέντρο με σύγχρονο εξοπλισμό και διαπιστευμένο για τη συγκεκριμένη επέμβαση», καταλήγει ο κ. Χαλιάσος.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL