Τρεις τραπεζικοί υπάλληλοι πρόκειται να δικαστούν για υπόθεση υπεξαίρεσης 510.200 ευρώ από λογαριασμούς πελατών
Ρεπορτάζ: Βασίλης Παπαναστασούλης
Σε Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων παραπέμφθηκαν να δικαστούν τρεις τραπεζικοί υπάλληλοι που κατηγορούνται για υπεξαίρεση χρημάτων από λογαριασμούς πελατών, σε υποκατάστημα της «Εμπορικής Τράπεζας» στην περιοχή Χαλάστρας Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια εσωτερικού ελέγχου διαπιστώθηκε ότι αφαιρέθηκαν ποσά που ξεπερνούν το μισό εκατομμύριο ευρώ, από τις 20 Οκτωβρίου 2010 μέχρι τις 5 Νοεμβρίου 2012.
Με βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης παραπέμφθηκαν σε δίκη ο πρώην προϊστάμενος Εργασιών και τρεις υπάλληλοι του συγκεκριμένου υποκαταστήματος. Ο πρώτος κατηγορείται για υπεξαίρεση στην υπηρεσία κατ’ εξακολούθηση από υπαίτιο που μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα, για πλαστογραφία με χρήση και για υπεξαγωγή εγγράφων, κατ’ εξακολούθηση σε βάρος τράπεζας, με σκοπό προσπορισμού παράνομου οφέλους. Οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με το αδίκημα της απλής συνέργειας σε κοινή υπεξαίρεση, κατ’ εξακολούθηση.
Ύστερα από σχεδόν 12 χρόνια η υπόθεση δεν έχει ακόμη εκδικαστεί ενώ στις αρχές Απριλίου αναβλήθηκε για άλλη μία φορά και ορίστηκε νέα δικάσιμος για τις αρχές Φεβρουαρίου 2025.
Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα, ο προϊστάμενος Εργασιών που είχε δικαιώματα Β’ υπογραφής της τράπεζας, ιδιοποιήθηκε παράνομα συνολικά 510.200 ευρώ, προερχόμενα κυρίως από λογαριασμούς προθεσμιακών καταθέσεων αλλά και από λογαριασμούς ταμιευτηρίου της τράπεζας. Σταδιακά μέσα σε περίπου δύο χρόνια, φέρεται πως αφαίρεσε 215.900 και 294.300, αντίστοιχα, από λογαριασμούς που τηρούσαν δύο ζευγάρια, στο συγκεκριμένο τραπεζικό υποκατάστημα.
Εσωτερικός έλεγχος
Ο κατηγορούμενος φέρεται πως έπαιρνε τμηματικά χρηματικά ποσά, πλαστογραφώντας υπογραφές και τα μετέφερε στους λογαριασμούς άλλων πελατών και των συνεργών του. Η υπεξαίρεση διαπιστώθηκε από τον εσωτερικό έλεγχο της «Εμπορικής Τράπεζας», όταν κλιμάκιο επιθεωρητών επισκέφτηκε το υποκατάστημα Σίνδου το οποίο συγχωνεύτηκε με το υποκατάστημα της Χαλάστρας.
Από την έρευνα προέκυψε ότι ο προϊστάμενος εργασιών εφάρμοζε διάφορες μεθόδους και τεχνάσματα προκειμένου να παραπλανά τους προϊστάμενους του αλλά και τα ελεγκτικά όργανα της τράπεζας ώστε να μην αποκαλυφθεί η παράνομη δραστηριότητα του. Παρότι ο ίδιος δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να πραγματοποιεί συναλλαγές με μετρητά, έκανε μεταφορές χρηματικών ποσών με καταθέσεις που φαινόταν ότι δεν έχουν σχέση μεταξύ τους. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν αρχειοθετούσε, τα εντάλματα πληρωμής των υπεξαιρέσεων αλλά και τα γραμμάτια είσπραξης των λογαριασμών που πίστωνε με το προϊόν των παράνομων αναλήψεων.
Όπως αναγράφεται στο κατηγορητήριο, οι άλλοι δύο υπάλληλοι ως δικαιούχοι τραπεζικών λογαριασμών ταμιευτηρίου, που διατηρούσαν στην παραπάνω τράπεζα, έθεσαν αυτούς στη διάθεση του πρώτου συγκατηγορούμενου τους, προκειμένου αυτός να τους χρησιμοποιήσει για να διοχετεύσει τα χρηματικά ποσά που ανέλαβε παράνομα από τους λογαριασμούς των πελατών – θυμάτων. Μετά την αποκάλυψη της «μαύρης τρύπας», η τράπεζα υποχρεώθηκε να επιστρέψει τα υπεξαιρεθέντα χρηματικά ποσά στους πελάτες της
Οι τρεις απολογίες
Κατά την απολογία του στον ανακριτή, ο προϊστάμενος δήλωσε αθώος και επέρριψε τις ευθύνες στους συναδέλφους του για τη δήθεν ακαταστασία που βρήκε στο κατάστημα της Σίνδου, κάτι που δεν αποδείχτηκε ποτέ. Απολογούμενη η συγκατηγορούμενη υπάλληλος ισχυρίστηκε ότι ενέδωσε επειδή την εκβίαζε και την απειλούσε ο προϊστάμενος, ζητώντας της να μην αναφέρει τίποτα για την υπεξαίρεση. Ο τρίτος κατηγορούμενος – υπάλληλος ανέφερε ότι δάνεισε στον προϊστάμενο 30.000 ευρώ γιατί όπως του είπε είχε κάποιο πρόβλημα με την τράπεζα ενώ επισήμανε πως τον ενημέρωσε κάποιες φορές ότι μπήκαν ορισμένα ποσά κατά λάθος στον λογαριασμό του και ότι έπρεπε να τον βοηθήσει κάνοντας ανάληψη των χρημάτων αυτών.


