Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον δείκτη δημοκρατίας του Economist για το 2024, κατατάσσεται ως μία από τις 25 «πλήρεις δημοκρατίες» παγκοσμίως, με βαθμολογία 8,07 στα 10.
Αυτή η θέση, που ξεπερνά χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ιταλία και η Γαλλία, αποτελεί σημαντική αναγνώριση της ποιότητας των δημοκρατικών θεσμών της χώρας μας. Ωστόσο, ενώ η διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει αυτή την πρόοδο, στο εσωτερικό η ποιότητα της δημοκρατίας αμφισβητείται δριμύτατα.
Η εσωτερική κριτική εστιάζει σε θέματα όπως η διαφθορά, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και η ελευθερία του τύπου. Πολλοί πολίτες και πολιτικοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι υπάρχουν σοβαρά ελλείμματα στη διαφάνεια και την ευθύνη των πολιτικών φορέων. Επιπλέον, η οικονομική κρίση και οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι πολίτες τα τελευταία χρόνια έχουν ενισχύσει την απογοήτευση και τη δυσπιστία απέναντι στα πολιτικά συστήματα.
Η διαφορά ανάμεσα στην εξωτερική αναγνώριση και την εσωτερική αντίληψη μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι οι διεθνείς δείκτες βασίζονται σε ποσοτικές μεθόδους και αντικειμενικά κριτήρια, όπως η εκλογική διαδικασία και ο πολιτικός πλουραλισμός, ενώ η εσωτερική κριτική επηρεάζεται από την καθημερινή εμπειρία των πολιτών και τις υποκειμενικές εντυπώσεις. Η πρόκληση για την Ελλάδα είναι να συνδυάσει την εξωτερική αναγνώριση με την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι η δημοκρατία δεν είναι μόνο θεσμική, αλλά και βιωματική.
Δεν είναι εύκολη η εξίσωση. Η πρακτική των τελευταίων δυο ετών ιδιαίτερα μετά τις εκλογές του 2023, η Ελλάδα και η κυβερνητική πολιτική οφείλει να εστιάσει στην ενίσχυση της διαφάνειας και την ευθύνη των πολιτικών θεσμών, να προωθήσει την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και να στηρίξει την ελεύθερη και αντικειμενική ενημέρωση. Σε κάθε περίπτωση να ενδυναμώσει τη συμμετοχή των πολιτών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, ώστε η δημοκρατία να γίνει πραγματικά αισθητή στην καθημερινότητα του κάθε πολίτη.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA




