Η Ελλάδα υπερασπίζεται ανοιχτά τα συμφέροντα της ναυτιλίας της στις διαπραγματεύσεις για το νέο πακέτο κυρώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά της Ρωσίας, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι δεν αμφισβητεί τον συνολικό σχεδιασμό των Βρυξελλών για τον περιορισμό των ρωσικών ενεργειακών εσόδων.
Η ελληνική παρέμβαση αφορά αποκλειστικά μία διάταξη του πακέτου, που προβλέπει από την 1η Ιανουαρίου 2027 την πλήρη απαγόρευση όχι μόνο της εισαγωγής, αλλά και της μεταφοράς ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), ακόμη και όταν ο τελικός προορισμός βρίσκεται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ελληνική πρόταση
Η Αθήνα δεν ζητά εξαίρεση για την προμήθεια ρωσικού LNG στην ελληνική αγορά. Αντίθετα, επιδιώκει να συνεχίσουν οι ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες να μεταφέρουν φορτία ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες, υποστηρίζοντας ότι μια καθολική απαγόρευση θα πλήξει κυρίως την ευρωπαϊκή ναυτιλία, χωρίς να μειώσει ουσιαστικά τα έσοδα της Ρωσίας.
Σύμφωνα με την ελληνική επιχειρηματολογία, εάν οι ευρωπαϊκοί στόλοι αποχωρήσουν από τη συγκεκριμένη αγορά, το έργο θα αναλάβουν ανταγωνιστές από τρίτες χώρες, κυρίως από την Ασία, με αποτέλεσμα η Μόσχα να συνεχίσει να εξάγει LNG σχεδόν χωρίς απώλειες εσόδων.
Αντιδράσεις στις Βρυξέλλες
Η ελληνική θέση έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε ορισμένα κράτη-μέλη, τα οποία θεωρούν ότι επιχειρείται η τροποποίηση μιας συμφωνίας που είχε εγκριθεί ομόφωνα τον περασμένο Οκτώβριο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι η πλήρης απαγόρευση αποτελεί βασικό εργαλείο της στρατηγικής για τη σταδιακή απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, ενώ παράλληλα επιτρέπει στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να επικαλεστούν λόγους ανωτέρας βίας για την απεμπλοκή τους από μακροχρόνιες συμβάσεις.
Στο επίκεντρο η Dynagas
Κομβικό ρόλο στη συζήτηση έχει η ελληνικών συμφερόντων Dynagas, του εφοπλιστή Γιώργου Προκοπίου, η οποία διαθέτει έναν από τους πλέον εξειδικευμένους στόλους μεταφοράς LNG σε αρκτικές συνθήκες.
Η εταιρεία έχει συνάψει μακροχρόνιες συμβάσεις για έντεκα πλοία, εκ των οποίων επτά είναι παγοθραυστικά, τα οποία εξυπηρετούν το έργο Yamal LNG στη βόρεια Ρωσία.
Η Dynagas υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της απαγόρευσης θα οδηγήσει σε σημαντικές οικονομικές απώλειες, θα δημιουργήσει προβλήματα στην εκτέλεση συμβολαίων που έχουν υπογραφεί πολλά χρόνια πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία και θα αφήσει ανεκμετάλλευτο μεγάλο μέρος του εξειδικευμένου στόλου της.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι το Yamal LNG αποτελεί διεθνές επενδυτικό σχήμα, στο οποίο συμμετέχουν και ευρωπαϊκές εταιρείες, ενώ σημαντικό μέρος της παραγωγής του κατευθύνεται ήδη σε ευρωπαϊκούς ενεργειακούς ομίλους.
Επιπτώσεις στις διαπραγματεύσεις
Η εκκρεμότητα γύρω από το LNG έχει επιβραδύνει τις συνολικές διαπραγματεύσεις για το νέο πακέτο κυρώσεων.
Μεταξύ των σημαντικότερων θεμάτων που παραμένουν ανοιχτά βρίσκεται και η αναθεώρηση του πλαφόν στην τιμή του ρωσικού πετρελαίου. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτείνει να διατηρηθεί το σημερινό ανώτατο όριο των 44,10 δολαρίων ανά βαρέλι έως τις αρχές του 2027, ώστε να μην αυξηθούν τα έσοδα της Ρωσίας λόγω της πρόσφατης ανόδου των διεθνών τιμών πετρελαίου.
Παράλληλα συνεχίζονται οι διαπραγματεύσεις για επιμέρους διατάξεις του πακέτου, όπως τα μέτρα κατά του λεγόμενου «σκιώδους στόλου», οι χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, τα κρυπτονομίσματα, αλλά και ορισμένες ρυθμίσεις που αφορούν θεωρήσεις εισόδου και ειδικές κυρώσεις, για τις οποίες εξακολουθούν να υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις μεταξύ των κρατών-μελών.
Η θέση της εταιρείας
Σε ανακοίνωσή της, η Dynagas υπογραμμίζει ότι επιθυμεί τον άμεσο τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, εκφράζοντας παράλληλα την άποψη ότι η καθολική απαγόρευση μεταφοράς ρωσικού LNG προς τρίτες χώρες δεν θα πετύχει τον επιδιωκόμενο γεωπολιτικό στόχο.
Κατά την εταιρεία, οι εξαγωγές της Ρωσίας θα συνεχιστούν μέσω ναυτιλιακών εταιρειών εκτός Δύσης, ενώ η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει τεχνογνωσία, θέσεις εργασίας, εξειδικευμένο στόλο και στρατηγική παρουσία σε έναν ιδιαίτερα απαιτητικό τομέα της διεθνούς ναυτιλίας.
Η ελληνική κυβέρνηση, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι η πρότασή της επιδιώκει να συνδυάσει την αποτελεσματικότητα των ευρωπαϊκών κυρώσεων με τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής και ιδιαίτερα της ελληνικής ναυτιλίας.








