Η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα εξακολουθεί να εντείνεται, καθώς η αγορά κατοικίας χαρακτηρίζεται από ολοένα μικρότερη διαθεσιμότητα ακινήτων και διαρκώς αυξανόμενες τιμές. Τα τελευταία στοιχεία αποτυπώνουν μια πραγματικότητα που δυσκολεύει ακόμη περισσότερο την πρόσβαση στην ιδιόκτητη κατοικία, ειδικά για τα νέα νοικοκυριά, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται ήδη η εξέταση ενός νέου χρηματοδοτικού μοντέλου, βασισμένου στη γαλλική εμπειρία.
Λιγότερα διαθέσιμα ακίνητα, ακριβότερες κατοικίες
Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία της αγοράς δείχνει ότι η προσφορά κατοικιών συνεχίζει να μειώνεται σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες, την ώρα που οι ζητούμενες τιμές κινούνται ανοδικά.
Στην Αθήνα, κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026:
- Οι κατοικίες έως 80 τ.μ. μειώθηκαν κατά 1,30%, από 21.060 σε 20.789, ενώ η μέση ζητούμενη τιμή αυξήθηκε από 2.709 ευρώ/τ.μ. σε 3.012 ευρώ/τ.μ., σημειώνοντας άνοδο 11,20%.
- Τα ακίνητα 81 έως 120 τ.μ. περιορίστηκαν κατά 10,20%, από 10.437 σε 9.374, με την τιμή να αυξάνεται κατά 4,70%, φτάνοντας τα 2.831 ευρώ/τ.μ.
- Στις κατοικίες άνω των 121 τ.μ., η διαθεσιμότητα υποχώρησε κατά 12,70%, ενώ οι τιμές ενισχύθηκαν κατά 1,20%, στα 3.050 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι όσο περιορίζεται η προσφορά τόσο ενισχύεται η ανοδική πίεση στις τιμές.
Η ίδια εικόνα και στις μεγάλες πόλεις
Ανάλογες τάσεις καταγράφονται και εκτός Αττικής.
Στη Θεσσαλονίκη, τα διαμερίσματα έως 80 τ.μ. είναι 6,60% λιγότερα σε σχέση με πέρυσι, ενώ η μέση τιμή αυξήθηκε κατά 5,40%, φτάνοντας τα 2.866 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Στην Πάτρα, η έλλειψη μεγάλων κατοικιών είναι ακόμη πιο έντονη. Τα ακίνητα άνω των 121 τ.μ. μειώθηκαν κατά 23,90%, ενώ οι ζητούμενες τιμές αυξήθηκαν κατά 4,10%.
Γειτονιές όπου οι τιμές συνεχίζουν να «τρέχουν»
Σε πολλές περιοχές της Αττικής, η αγορά παρουσιάζει ακόμη πιο έντονες μεταβολές.
Στην Αγία Παρασκευή, τα διαθέσιμα μικρά διαμερίσματα μειώθηκαν κατά 21,10%, ενώ η μέση τιμή διαμορφώθηκε στα 3.932 ευρώ/τ.μ., αυξημένη κατά 8,90%.
Στην Αργυρούπολη, μπορεί η προσφορά μικρών κατοικιών να αυξήθηκε οριακά κατά 2%, ωστόσο η μέση τιμή εκτοξεύθηκε στα 4.615 ευρώ ανά τετραγωνικό, σημειώνοντας αύξηση 14,60%.
Αντίστοιχα, στη Γλυφάδα, οι κατοικίες έως 80 τ.μ. διατίθενται πλέον κατά μέσο όρο προς 5.342 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, τιμή αυξημένη κατά 10,30% μέσα σε έναν χρόνο.
Η «ρίζα» του στεγαστικού προβλήματος
Το βασικό πρόβλημα παραμένει η ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης.
Η δεκαετής οικονομική κρίση περιόρισε σημαντικά τη νέα οικοδομική δραστηριότητα, ενώ μεγάλο μέρος του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος είναι πλέον ιδιαίτερα παλαιό και απαιτεί εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισης, γεγονός που το κρατά εκτός αγοράς.
Τα στοιχεία της απογραφής του 2021 δείχνουν ότι:
- πάνω από το 80% των κατοικιών της χώρας έχει κατασκευαστεί πριν από το 2000,
- πρόκειται για περίπου 5,5 εκατομμύρια κατοικίες,
- το 35,7% ανεγέρθηκε την περίοδο 1961-1980,
- άλλο ένα 32,2% κατασκευάστηκε μεταξύ 1981 και 2000,
- στην Αττική, το 53,6% των κατοικιών έχει ανεγερθεί έως το 1980.
Στόχος η αξιοποίηση των 800.000 κενών κατοικιών
Στο πλαίσιο της στεγαστικής πολιτικής, η κυβέρνηση επιδιώκει να επανεντάξει στην αγορά όσο το δυνατόν περισσότερες από τις περίπου 800.000 κατοικίες που παραμένουν σήμερα κενές.
Το σχέδιο προβλέπει τη χορήγηση κινήτρων και φορολογικών ελαφρύνσεων για εργασίες επισκευής και ανακαίνισης, ώστε τα ακίνητα να διατεθούν εκ νέου είτε προς πώληση είτε προς μακροχρόνια μίσθωση.
Στο τραπέζι το γαλλικό μοντέλο στεγαστικής χρηματοδότησης
Παράλληλα εξετάζεται η εφαρμογή ενός νέου μοντέλου ενίσχυσης της αγοράς πρώτης κατοικίας, εμπνευσμένου από τη Γαλλία.
Σε αντίθεση με τα προγράμματα τύπου «Σπίτι μου», που βασίζονται στην επιδότηση επιτοκίων μέσω δημόσιων πόρων, το γαλλικό μοντέλο προβλέπει φορολογικά κίνητρα προς τις τράπεζες, ώστε να προσφέρουν στεγαστικά δάνεια με χαμηλότερο επιτόκιο σε επιλέξιμους δικαιούχους.
Το σύστημα βασίζεται σε εργαλεία όπως το Prêt à Taux Zéro (PTZ), που παρέχει άτοκη ή ιδιαίτερα ευνοϊκή χρηματοδότηση για την αγορά πρώτης κατοικίας, καθώς και το PSLA, το οποίο συνδυάζει μίσθωση με σταδιακή απόκτηση ιδιοκτησίας. Σε αντίθεση με το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ», το οποίο χρηματοδοτείται από πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και έχει προσωρινό χαρακτήρα, το γαλλικό μοντέλο ενσωματώνεται στη συνήθη τραπεζική πρακτική μέσω φορολογικών πιστώσεων.








