Την πρόθεσή του να κάνει με τις θεατρικές παραστάσεις του τους θεατές να σκεφτούν, εκμυστηρεύεται ο σκηνοθέτης Θανάσης Σαράντος. Όπως υπογραμμίζει, δεν τον ενδιαφέρει να σκηνοθετεί και να ανεβάζει επί σκηνής παραστάσεις για… τον εαυτό του, αλλά για το κοινό! Δεν υπάρχει πιο σύγχρονο έργο που να εκπροσωπεί αυτό που βιώνουμε και εμείς σήμερα!
Ο Θανάσης Σαράντος ανεβάζει για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη στο θέατρο Metropolitan, από τις 4 Νοεμβρίου το εμβληματικό έργο «Αμερικάνικος Βούβαλος» του Ντέιβιντ Μάμετ. Σε συνέντευξή του στην Karfitsa μιλάει για την για την ψεύτικη αξία του χρήματος, για την αποκτήνωση των ανθρώπων που το κυνηγούν και παράλληλα, εκφράζει την αισιοδοξία του για την απήχηση που μπορεί να έχει το έργο στη Θεσσαλονίκη!
Συνέντευξη στην ΕΥΗ ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
Ο Θανάσης Σαράντος ανεβάζει για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη (στο θέατρο Metropolitan, από τις 4 Νοεμβρίου και για περιορισμένες παραστάσεις) το εμβληματικό έργο «Αμερικάνικος Βούβαλος» του Ντέιβιντ Μάμετ. Σε συνέντευξή του στην Karfitsa μιλάει για την ψεύτικη αξία του χρήματος, για την «αποκτήνωση» των ανθρώπων που το κυνηγούν και, παράλληλα, εκφράζει την αισιοδοξία του για την απήχηση που μπορεί να έχει το έργο στη Θεσσαλονίκη.

Τι ήταν αυτό που σας ώθησε στο να επιλέξετε το συγκεκριμένο έργο;
Μια ανάμνηση που είχα από το έργο όταν το είδα στο θέατρο, όταν παίχτηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα. Διαβάζοντάς το ξανά, συνειδητοποίησα το πόσο σύγχρονο είναι, καθώς αναφέρεται σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι σχεδόν έχουν φτάσει στο επίπεδο του «κτήνους» κι αναζητούν την ψεύτικη αξία του χρήματος. Ο συγγραφέας σαρκάζει την αντίληψη ότι μπορείς να ολοκληρωθείς και να ευτυχήσεις ως άνθρωπος έχοντας λεφτά, δηλαδή το πλαστό Αμερικάνικο όνειρο…

Υπάρχουν σημεία στα οποία δώσατε μεγαλύτερη έμφαση ή έχετε τροποποιήσει;
Δεν μου αρέσει να επεμβαίνω σε ένα κείμενο, με ενδιαφέρει όμως να το κατανοήσω, να ασχοληθώ με την ουσία του και να το αναδείξω. Αυτό που σίγουρα προσπάθησα να τονίσω είναι το χιούμορ που φαίνεται μέσα από τις καταστάσεις που ζούνε οι χαρακτήρες. Το χιούμορ προκύπτει μέσα από τις δύσκολες καταστάσεις που βιώνουνε. Το γεγονός πως όλη η υπόθεση διαδραματίζεται σε ένα παλιατζίδικο και ενώ υπάρχει η μιζέρια δίπλα τους, νιώθουν ότι είναι επιχειρηματίες, με όλες αυτές τις πλασματικές αξίες που έχει επιβάλει το σύστημα, όπου το μάρκετινγκ και οι διαφημιστικές εταιρίες επιβάλουν έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Δεν υπάρχει πιο σύγχρονο έργο που να εκπροσωπεί αυτό που βιώνουμε και εμείς σήμερα. Ποτέ δεν θα με ενδιέφερε να κάνω μια παράσταση για εμένα, αντιθέτως με ενδιαφέρει να κάνω μια παράσταση για τον θεατή που θα τον κάνει να νιώσει και να σκεφτεί.

Υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος με τον οποίο κινήστε σκηνοθετικά;
Το βασικό μου εργαλείο είναι το κείμενο και ο λόγος, μέσω των οποίων περνάει η ψυχοσύνθεση του συγγραφέα, και φυσικά η δουλεία μου με τους ηθοποιούς. Το στοίχημα για μένα ήταν πως ενώ δίνω μία κατεύθυνση σκηνοθετική, πρέπει να είμαι παράλληλα και ερμηνευτής. Είναι μια προσπάθεια που θεωρώ πως απέδωσε καρπούς στην Αθήνα. Είμαι πολύ αισιόδοξος για την απήχηση που μπορεί να έχει στη Θεσσαλονίκη, γιατί κάπου μέσα μου ξεχωρίζω το κοινό της και βλέπω μία «ζεστή» αγκαλιά σε οτιδήποτε έχω κάνει έως τώρα. Το κοινό τις Θεσσαλονίκης για μένα είναι ιδιαίτερο και έχει ένστικτο.

Πείτε μας λίγα λόγια για τον ρόλο που θα υποδυθείτε και τις ιδιαιτερότητες του;
Εκ πρώτης όψεως μπορεί να φανεί αρνητικός, γιατί είναι σεξιστής και ένας ψευτάκος που θέλει να γίνεται πάντα το δικό του, αλλά στην πορεία του έργου βλέπουμε και πολλά ανθρώπινα στοιχεία του. Αυτό που σίγουρα τον κρατάει «ζωντανό» είναι η σχέση του με τους άλλους δύο ήρωες. Το έργο μιλάει για τον ρατσισμό, την ομοφοβία, αλλά και για τη θέση της γυναίκας. Τον αγαπώ αυτόν τον ρόλο και προσπαθώ να πλησιάσω τις σκοτεινές και τις φωτεινές του πλευρές του. Για εμάς ήταν ένα στοίχημα να «πλησιάσουμε» σωστά το έργο χωρίς να το μοντερνοποιήσουμε.
Τι θεωρείτε πως αξίζει να μείνει ανεξίτηλο στη μνήμη μας μέσα από το έργο;
Η φόρμα του έργου είναι μια σάτιρα για την σύγχρονη κοινωνία, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί σε έναν κόσμο επιχειρήσεων που διέβρωσε το μυαλό των ανθρώπων, οι οποίοι κυνηγάνε το κέρδος αγνοώντας τις ουσιαστικές πλευρές του εαυτού τους. Θεωρούν ότι αν είναι όλοι πλούσιοι και επιτυχημένοι θα είναι και ευτυχισμένοι, πράγμα που δεν συμβαίνει. Οι ήρωες του έργου σχεδιάζουν μία ληστεία, με αποτέλεσμα όλη αυτή η μανία τους να τους οδηγεί να γίνονται «κτήνη». Στο τέλος όμως, υπάρχει μία αισιοδοξία και μία ελπίδα φωτός μέσα στο σκοτάδι που έχουν βιώσει οι χαρακτήρες!


