Ομόφωνα αθώος κρίθηκε από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Θεσσαλονίκης ένας 26χρονος άνδρας ο οποίος είχε καταδικαστεί για τον βιασμό της πρώην συντρόφου του και παρέμεινε στη φυλακή. Στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αποδείχτηκε ότι η 24χρονη φερόμενη ως παθούσα είχε κάνει ψευδή καταγγελία για να τον εκδικηθεί!
Ρεπορτάζ: Βασίλης Παπαναστασούλης
Η υπόθεση εκτυλίχθηκε το απόγευμα της 9ης Σεπτεμβρίου 2020, σε διαμέρισμα της Σταυρούπολης Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με τη δικογραφία που σχηματίστηκε από την αστυνομία, με βάση την κατάθεση της 20χρονης (τότε) γυναίκας, ο 22χρονος (τότε) σύντροφος της, με τη χρήση σωματικής βίας, την εξανάγκασε να ανεχθεί σεξουαλική πράξη.
Στον κατηγορούμενο αποδιδόταν ότι βίασε τη γυναίκα με την οποία στο παρελθόν διατηρούσε ερωτική σχέση, εκμεταλλευόμενος τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις και αφού έκαμψε την αντίσταση της. Το 2020, από το πρωτοβάθμιο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο, διάστηκε ερήμην και καταδικάστηκε σε 10ετή κάθειρξη.
Εκδόθηκε από τη Γερμανία
Το 2023, δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, αστυνομικοί του πέρασαν χειροπέδες στη Γερμανία, όπου στο μεταξύ είχε φτιάξει τη ζωή του με τη νυν σύζυγό του και το μικρό παιδί τους. Ως φυγόποινος παραδόθηκε στις ελληνικές αρχές και οδηγήθηκε στη φυλακή, για να εκτίσει εδώ την ποινή του.
Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Εφετείου Θεσσαλονίκης, η ψευδής καταγγελία κατέπεσε, βάσει εγγράφων, φωτογραφιών, μαρτυρικών καταθέσεων και της απολογίας του κατηγορουμένου, γεγονός που επισφραγίστηκε με την ομόφωνη αθώωσή του. Την επόμενη μέρα αποφυλακίστηκε.
Στην απολογία του, ο 26χρονος Σύρος αρνήθηκε την κατηγορία του βιασμού. Ανέφερε ότι διατηρούσε σχέση με την 24χρονη συμπατριώτισσα του και ότι μάλωσαν όταν κατάλαβε ότι τον απατούσε. Παραδέχτηκε ότι της άρπαξε το κινητό της τηλέφωνο για να διαπιστώσει αν τηλεφώνησε σε άλλον άνδρα και τόνισε ότι, στη συνέχεια, εκείνη τον κατήγγειλε για να τον εκδικηθεί.
Μαρτυρίες γειτόνων και βεβαίωση από το «100»
Στο δικαστήριο κατέθεσε μια γειτόνισσα του ζευγαριού στο σπίτι της οποίας κατέφυγε η καταγγέλλουσα μετά τον καβγά με τον κατηγορούμενο. Η μάρτυρας επισήμανε ότι η φερόμενη ως παθούσα, εκείνη την ημέρα, δεν της είχε αναφέρει το παραμικρό για βιασμό παρά μόνο της είχε πει ότι ο σύντροφός της «αφαίρεσε μόνο το κινητό τηλέφωνο». Άλλοι γείτονες κατέθεσαν ότι αντιλήφθηκαν τη λογομαχία και την ένταση που υπήρξε μεταξύ του ζευγαριού αλλά επισήμαναν ότι δεν άκουσαν φωνές της κοπέλας που παρέπεμπαν σε αντίδραση για βίαιη ερωτική πράξη.
Από την υπεράσπιση προσκομίστηκε βεβαίωση που ζητήθηκε από την Διεύθυνση Άμεσης Δράσης Θεσσαλονίκης όπου αναγράφεται ότι τη συγκεκριμένη μέρα, στην τηλεφωνική της επικοινωνία με το «100», η 20χρονη (τότε) κοπέλα κατήγγειλε μόνο την κλοπή του κινητού τηλεφώνου από τον σύντροφο της. Ακόμη προσκομίστηκαν φωτογραφίες που αποδεικνύουν τη σχέση και τον αρραβώνα της καταγγέλλουσας με τον κατηγορούμενο.
Από την ιατροδικαστική εξέταση της κοπέλας δεν προέκυψαν τραύματα ή σημάδια που να σχετίζονται με βία κατά τη διάρκεια σεξουαλικής πράξης.
«Ο εντολέας μου ήταν σύντροφος της καταγγέλλουσας. Ήταν ένα νεαρό ζευγάρι από τη Συρία, το οποίο συγκατοικούσε. Η σχέση δεν εξελίχθηκε ομαλά, υπήρξε ένας διαπληκτισμός, ο εντολέας μου αφαίρεσε για ελάχιστα λεπτά το κινητό της καταγγέλλουσας για να δει με ποιον συνομιλούσε και της το επέστρεψε. Μάλιστα στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα εκείνη κάλεσε την Άμεση Δράση καταγγέλλοντας μόνο κλοπή του κινητού της από το σύντροφό της. Αργότερα, όμως, το ίδιο βράδυ, αφού χώρισαν, μετέβη στο αστυνομικό τμήμα και κατήγγειλε ψευδώς και εκδικητικά τον δήθεν βιασμό της από τον πρώην σύντροφό της. Κατά την ακροαματική διαδικασία, η κατηγορία κατέπεσε βάσει εγγράφων, φωτογραφιών και μαρτυρικών καταθέσεων» ανέφερε στην Karfitsa συνήγορος υπεράσπισης του κατηγορούμενου, δικηγόρος Αλέξανδρος Καζανάς.




