Ο ούριος άνεμος της ελληνικής οικονομίας φέρνει στο προσκήνιο την επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού στο δημόσιο
Του Γ. Κατσιάνη
Η πέμπτη κατά σειρά αύξηση του κατώτατου μισθού από το 2019 μέχρι σήμερα εντάσσεται στο πλαίσιο της δέσμευσης που έχει αναλάβει ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης να φτάσει στα 950 ευρώ μέχρι το 2027. Ωστόσο, τα υπερπλεονάσματα και ο υψηλός ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας (2,1%) σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε., επαναφέρουν και πάλι στο προσκήνιο το ζήτημα της επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού στο δημόσιο. Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση φέρεται (για την ώρα) να είναι αρνητικά διατεθειμένη σε μια τέτοια εξέλιξη, συνεπικουρούμενη και από την πάγια θέση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ), Γιάννη Στουρνάρα ότι «δεν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια» για περαιτέρω παροχές, όλο και περισσότεροι εκπρόσωποι επαγγελματικών φορέων θέτουν το ζήτημα της πραγματικής ενίσχυσης του εισοδήματος των 650.000 δημοσίων υπαλλήλων.
Με τη γλώσσα των αριθμών

Σύμφωνα με έκθεση της Eurostat, οι Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι είναι ουραγοί στην Ε.Ε., σε επίπεδο αγοραστικής δύναμης (φωτογραφία), πίσω από την Ρουμανία και την Βουλγαρία. Επιπλέον, το ετήσιο δημοσιονομικό κόστος των 2 δισ. ευρώ που συνεπάγεται η επαναφορά του 13ου και 14ου δεν είναι απαγορευτικό για τη δημοσιονομική πολιτική της κυβέρνησης. Του λόγου το αληθές επιβεβαιώνει το γεγονός ότι μόνο τον Ιανουάριο του 2025, το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε τα 1,98 δισ. ευρώ, έναντι στόχου για 1,4 δισ. ευρώ, δηλαδή ήταν αυξημένο κατά 580 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τον κρατικό προϋπολογισμό.
Οι θέσεις των φορέων
Την ανάγκη επαναφοράς του 13ου και 14ου μισθού στο δημόσιο, επισημαίνουν με δηλώσεις του στην “Karfitsa” εκπρόσωποι επαγγελματικών φορέων. «Αντί η κυβέρνηση να συζητά για την αύξηση του κατώτατου μισθού, θα πρέπει να επαναφέρει τον 13ο και 14ο μισθό στο δημόσιο, την στιγμή που η ίδια επαίρεται για τα υπερπλεονάσματα της οικονομίας», δήλωσε ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΕΑ), Γιάννης Χατζηθεοδοσίου. Από την πλευρά του, ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΕΘ), Κυριάκος Μερελής χαρακτήρισε «αναγκαία» την ενίσχυση των μισθών και τάσσεται υπέρ της αλλαγής του παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου. «Οι εργαζόμενοι αξίζουν καλύτερες αποδοχές, ειδικά σε μια εποχή που το κόστος ζωής πιέζει αφόρητα τα νοικοκυριά. Οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες το κατανοούμε απόλυτα. Άλλωστε, οι άνθρωποί μας είναι η δύναμή μας. Στις μικρές επιχειρήσεις, οι σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου δεν είναι απρόσωπες, είναι σχεδόν οικογενειακές.Όμως, το ζήτημα είναι βαθύτερο. Η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά, χωρίς να αντιμετωπίζονται τα μεγάλα βάρη που πνίγουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις: υψηλό κόστος λειτουργίας, ενοίκια, ενέργεια, φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις. Αν δεν υπάρξουν συνολικές παρεμβάσεις, το αποτέλεσμα θα είναι ένας φαύλος κύκλος ακρίβειας που τελικά θα μας πλήξει όλους.Ζητάμε μια πραγματική αλλαγή στο παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο. Μια οικονομία ισχυρή σημαίνει βιώσιμες επιχειρήσεις και δίκαιες αμοιβές. Αυτός είναι ο δρόμος προς ένα καλύτερο μέλλον για επιχειρηματίες και εργαζόμενους μαζί». Από την πλευρά του ο πρόεδρος του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ), Μάριος Παπαδόπουλος επισήμανε ότι «στα επιδόματα και στα δώρα που δίνονται, ο ιδιωτικός τομέας πληρώνει εξωμισθολογικό κόστος το οποίο εισέπραττε το κράτος. Είμαστε υπέρ του 13ου και 14ου μισθού στο δημόσιο τομέα, διότι τα χρήματα αυτά θα γυρίσουν στην πραγματική οικονομία. Το έχουν ανάγκη οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και η αγορά». Ο α’ αντιπρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΕΒΕΘ), Κωνσταντίνος Μωραϊτίδης τόνισε ότι το ΕΒΕΘ στηρίζει κάθε πρωτοβουλία που αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες. «Θέλουμε να δούμε τους ιδιωτικούς και δημόσιους υπαλλήλους να αντιμετωπίζονται με τα ίδια μέτρα και σταθμά ενώ παράλληλα πρέπει να απαλειφθούν τα αντιαναπτυξιακά μέτρα, όπως είναι οι εργοδοτικές εισφορές στον ιδιωτικό τομέα», υπογράμμισε. Να σημειωθεί ότι στις 6 Ιουνίου θα συζητηθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) η αγωγή δημοσίου υπαλλήλου, με την οποία ζητά την επαναφορά των επιδομάτων εορτών και θερινής άδειας.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ KARFITSA


