Πριν από τρεις μήνες η πόλη έσωσε το θερινό cine «Απόλλων»· τώρα ο «Απόλλων» επιστρέφει το νοιάξιμο, στέκοντας δίπλα σε έναν γείτονα που είδε τη δουλειά μιας ζωής να γίνεται στάχτη
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΡΑΓΩΓΙΑΣ
Η Θεσσαλονίκη που γνωρίζουμε καθημερινά δεν είναι πάντα η ίδια με εκείνη που φανερώνεται όταν κάτι στραβώνει. Η πρώτη είναι η γνωστή: η Θεσσαλονίκη της γκρίνιας, της καθυστέρησης, της διπλοπαρκαρισμένης βεβαιότητας, των μεγάλων λόγων και των μικρών αντοχών. Η δεύτερη είναι πιο αθόρυβη. Δεν βγαίνει εύκολα μπροστά. Δεν ζητά χειροκρότημα. Δεν φοράει τα καλά της για να φωτογραφηθεί. Απλώς, όταν καίγεται το μαγαζί του γείτονα, δεν κοιτάζει αλλού.
Αφορμή είναι η πρωτοβουλία του θερινού κινηματογράφου «Απόλλων» να οργανώσει προβολή αλληλεγγύης για έναν επαγγελματία της περιοχής, του οποίου το συνεργείο καταστράφηκε από πυρκαγιά. Τα έσοδα της βραδιάς επρόκειτο να δοθούν για την ενίσχυσή του. Μια απλή κίνηση, θα πει κάποιος. Ναι. Αλλά οι απλές κινήσεις είναι που αποκαλύπτουν τελικά τον χαρακτήρα μιας πόλης. Οι μεγάλες εξαγγελίες αποκαλύπτουν συνήθως μόνο τον χαρακτήρα εκείνων που τις κάνουν.
Πριν από περίπου τρεις μήνες, ο ίδιος ο «Απόλλων» κινδύνευσε να χαθεί. Ο θερινός κινηματογράφος, ένας από τους λίγους τέτοιους χώρους που έχουν απομείνει στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, βρέθηκε αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο οικοπεδοποίησης του χώρου. Η παρέμβαση του δημάρχου Στέλιου Αγγελούδη και του μητροπολίτη Φιλοθέου αποδείχθηκε καθοριστική. Όμως πριν ακόμη κινηθούν θεσμικά τα πράγματα, είχε ήδη κινηθεί η πόλη. Κάτοικοι και φίλοι του κινηματογράφου μάζεψαν χιλιάδες υπογραφές συμπαράστασης. Μέσα σε λίγες ώρες, ο «Απόλλων» δεν ήταν απλώς ένας κινηματογράφος που κινδύνευε. Ήταν μια μνήμη που αρνιόταν να γίνει μπετόν.
Γι’ αυτό και η τωρινή πρωτοβουλία δεν είναι τυχαία. Οι άνθρωποι του Απόλλωνα ξέρουν καλά τι σημαίνει αλληλεγγύη. Την ένιωσαν όταν χρειάστηκε. Τώρα την έδωσαν πίσω. Και αυτός ο κύκλος, όσο μικρός κι αν φαίνεται, είναι από τα πιο όμορφα πράγματα που μπορεί να συμβούν σε μια πόλη. Να μη μένει η ευγνωμοσύνη ευγενική ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά να γίνεται πράξη. Να μετατρέπεται σε ανοιχτή πόρτα, σε προβολή, σε εισιτήριο, σε κουτί οικονομικής στήριξης, σε μια βραδιά όπου η οθόνη φωτίζει κάτι περισσότερο από μια ταινία.
Γιατί ένα συνεργείο που κάηκε δεν ξαναχτίζεται με συγκίνηση. Χρειάζεται χρήματα, εργαλεία, χαρτιά, κόπο, χρόνο. Πριν από όλα αυτά, όμως, χρειάζεται κάτι πιο δυσεύρετο: να νιώσει ο άνθρωπος που έπαθε τη ζημιά ότι δεν έγινε αόρατος.
Η πιο σκληρή στιγμή μετά την καταστροφή δεν είναι πάντα η ίδια η καταστροφή. Είναι η επόμενη μέρα. Όταν φεύγουν οι καπνοί, όταν σταματούν τα κινητά να τραβούν βίντεο, όταν οι περίεργοι επιστρέφουν στις δουλειές τους και ο άνθρωπος μένει μόνος απέναντι στα αποκαΐδια του. Εκεί μετριέται η πόλη. Όχι στα εγκαίνια, στις φιέστες και στα τραπέζια όπου όλοι χαμογελούν λίγο παραπάνω απ’ όσο αισθάνονται. Μετριέται στο «θα έρθω», στο «θα βοηθήσω», στο εισιτήριο που ξαφνικά αξίζει περισσότερο από την ταινία.
Η Θεσσαλονίκη έχει ένα περίεργο χάρισμα: αυτοσαρκάζεται τόσο πολύ, που καμιά φορά ξεχνά να αυτοεκτιμάται. Λέμε πως είναι αργή, επαρχιώτικη, φλύαρη, μισοτελειωμένη. Και συχνά έχουμε δίκιο. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και μια πόλη που, όταν θέλει, γίνεται γειτονιά. Γίνεται ώμος. Γίνεται παρέα. Γίνεται μια μικρή, πεισματική άρνηση απέναντι στη μοναξιά.
Δεν θα σωθεί ο κόσμος από μια προβολή. Ούτε θα λυθούν τα προβλήματα της μικρής επιχειρηματικότητας, της ανασφάλειας, της καθημερινής φθοράς. Αλλά μπορεί να σωθεί κάτι εξίσου σημαντικό: η αίσθηση ότι ο διπλανός δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο της ζωής μας. Είναι άνθρωπος. Και όταν πέφτει, δεν αρκεί να λέμε «κρίμα».
Ανάμεσα σε μια καμένη λαμαρίνα, σε μια θερινή οθόνη και σε ανθρώπους που αποφασίζουν να μη μείνουν θεατές της δυστυχίας, φαίνεται μια άλλη Θεσσαλονίκη. Όχι τέλεια, ούτε αγιοποιημένη. Αλλά ζωντανή. Μια πόλη που θυμάται ακόμη την πιο παλιά και πιο δύσκολη τέχνη της συνύπαρξης: το νοιάξιμο.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA




