Η Θεσσαλονίκη παλιά είχε γειτονιές. Τώρα έχει pins. Δεν μένεις πια στην Τούμπα, στην Ανάληψη ή στη Μπότσαρη. Μένεις «εκεί που το GPS δείχνει πίσω από τον κάδο, αλλά η είσοδος είναι από την άλλη πλευρά». Αυτό, για όποιον δεν το έχει ζήσει, είναι η σύγχρονη εκδοχή του λαβύρινθου της Κνωσού, μόνο που αντί για Μινώταυρο έχει έναν ντελιβερά με freddo espresso στο χέρι και 2% μπαταρία στο κινητό.
Γράφει ο Δημήτρης Δραγώγιας
Η πόλη τα τελευταία χρόνια δεν άλλαξε από τις μεγάλες ιδέες αλλά από τις μικρές πείνες. Από το «δεν προλαβαίνω», το «δεν έχω κουράγιο», το «βάλε κάτι να έρθει». Το delivery είναι πια πολιτισμικό δικαίωμα. Κάποτε ο άνθρωπος γύριζε σπίτι και αναρωτιόταν τι θα φάει. Σήμερα αναρωτιέται ποιος θα του το φέρει, σε πόση ώρα, και γιατί ο χάρτης δείχνει το μηχανάκι να κάνει κύκλους γύρω από την Αγία Σοφία σαν χαμένο περιστέρι.
Στην πραγματικότητα, ο ντελιβεράς είναι ο μόνος που ξέρει τη Θεσσαλονίκη όπως είναι. Όχι όπως τη λέμε στα συνέδρια, «μητροπολιτικό κέντρο των Βαλκανίων», «κόμβος καινοτομίας», «πύλη εξωστρέφειας» και άλλα τέτοια που ακούγονται σαν να τα έγραψε επιτροπή με PowerPoint. Τη ξέρει όπως είναι στις 9.30 το βράδυ: διπλοπαρκαρισμένη, κατηφορική, βρεγμένη, με ένα θυροτηλέφωνο που γράφει «Παπαδόπουλος» σε δέκα κουμπιά και κανένας Παπαδόπουλος δεν απαντά.
Το θυροτηλέφωνο είναι το τελευταίο αυθεντικό ΜΜΕ της Θεσσαλονίκης. Μεταδίδει σε ζωντανή σύνδεση τον εκνευρισμό, την καχυποψία, την πείνα και την ταξική διαφορά.
«Ποιος είναι;»
«Delivery».
«Για πού;»
«Για τον κύριο Γιώργο».
«Ποιον Γιώργο;»
«Δεν γράφει επίθετο».
Και εκεί, σε αυτή τη μικρή παύση, μπορείς να ακούσεις ολόκληρη την παρακμή του δυτικού πολιτισμού. Διότι ο κύριος Γιώργος υπάρχει. Απλώς δεν έχει κατέβει ποτέ να βάλει το όνομά του στο κουδούνι. Θεωρεί ότι το σύμπαν οφείλει να τον εντοπίζει εμπειρικά.
Η πολυκατοικία, που κάποτε είχε κανονισμό, γενικές συνελεύσεις και μια κυρία στον πρώτο που ήξερε ποιος μπήκε, ποιος βγήκε και ποιος χώρισε, σήμερα λειτουργεί ως μικρό τελωνείο. Ανοίγουμε σε σακούλες κι όχι σε ανθρώπους. Αν πεις «είμαι ο ξάδερφος του Μάκη», θα σε ανακρίνουν. Αν πεις «καφές», ανοίγουν και οι άγγελοι.
Κι αυτά τα παιδιά ανεβοκατεβαίνουν. Με κράνη, τσάντες, κινητά, βροχές, σκάλες, ασανσέρ που σταματούν μεταξύ δευτέρου και τρίτου σαν να κάνουν υπαρξιακή διαμαρτυρία. Κουβαλούν καφέδες που πρέπει να παραμείνουν όρθιοι, πατάτες που πρέπει να φτάσουν ζωντανές και παραγγελίες ανθρώπων που σημειώνουν «χωρίς κρεμμύδι» με την αυστηρότητα συμβολαιογράφου.
Και εμείς; Εμείς παρακολουθούμε την πορεία τους στην οθόνη σαν να περιμένουμε νεφρό για μεταμόσχευση. «Έφτασε». «Όχι, είναι από πίσω». «Γιατί δεν παίρνει;» «Μήπως πήγε στη διπλανή πολυκατοικία;» Έχουμε αποκτήσει σχέση αγωνίας με έναν άγνωστο που σε τρία λεπτά θα μας παραδώσει δύο καλαμάκια, μια μερίδα πατάτες και την ψευδαίσθηση ότι όλα ακόμη ελέγχονται.
Η Θεσσαλονίκη των delivery είναι μια πόλη που δεν κατεβαίνει πια εύκολα στο πεζοδρόμιο. Το πεζοδρόμιο ανεβαίνει σε αυτήν, μέσα σε χάρτινη σακούλα. Είναι βολικό, είναι γρήγορο, είναι απολύτως σύγχρονο. Και λίγο μελαγχολικό, όπως όλα όσα μας εξυπηρετούν υπερβολικά.
Στο τέλος, ίσως η ιστορία της πόλης να γράφεται στα κουδούνια της κι όχι στα μεγάλα έργα. Στα ονόματα που ξεκόλλησαν. Στα διαμερίσματα που δεν βρίσκονται. Στα μηχανάκια που περιμένουν με αλάρμ. Στον νεαρό που κοιτάζει προς τα πάνω και φωνάζει:
«Το αφήνω στο ασανσέρ;»
Και από κάπου, στον τέταρτο, ακούγεται η φωνή της εποχής μας:
«Ναι, ναι. Πατήστε 12 και δίεση».
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA






