Το ελληνικό κράτος έχει ένα σπάνιο διοικητικό χάρισμα: θέτει μια υποχρεωτική προθεσμία στον πολίτη και ύστερα φροντίζει να του στερήσει κάθε πρακτική δυνατότητα να την τηρήσει.
Του Δημήτρη Δραγώγια
Από τις 3 Αυγούστου 2026 οι παλιές ελληνικές ταυτότητες, χωρίς μηχανικώς αναγνώσιμη ζώνη, παύουν να αποτελούν έγκυρα ταξιδιωτικά έγγραφα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ για την έκδοση διαβατηρίου σε πολίτες άνω των 12 ετών θα απαιτείται νέου τύπου ταυτότητα. Το κράτος, λοιπόν, σου δείχνει το ρολόι. Μόνο που έχει κλειδώσει την πόρτα του ραντεβού.
Μπαίνεις στην περιώνυμη ψηφιακή πλατφόρμα – σε εκείνο το ηλεκτρονικό ξωκλήσι όπου η διοίκηση λατρεύει τον εκσυγχρονισμό της – και ανακαλύπτεις ότι το πρώτο διαθέσιμο ραντεβού βρίσκεται κάπου στο επόμενο τρίμηνο. Η προθεσμία είναι δική σου. Η αδυναμία εξυπηρέτησης είναι δική τους. Η ευθύνη, όπως πάντοτε, επιστρέφεται συστημένη στον πολίτη.
Το έζησα προσωπικά. Επειδή έπρεπε να ταξιδέψω στο εξωτερικό, χρειάστηκε να επιστρατεύσω γνωριμίες για να βρω άμεσο ραντεβού. Ναι, το περίφημο ψηφιακό κράτος, που υποτίθεται ότι θα έστελνε το ρουσφέτι στο μουσείο, με έστειλε ευγενικά πίσω στην παραδοσιακή ελληνική υπηρεσία: «Ξέρεις κανέναν;».
Ο 90χρονος πατέρας μου χρειάστηκε να μετακινηθεί έως τα Νέα Μουδανιά. Οι δύο γιοι μου, φοιτητές, δεν μπορούσαν να τρέχουν μέσα στη χρονιά και τώρα βλέπουν ως συντομότερη λύση ένα ραντεβού μετά από τρεις μήνες.
Δηλαδή, το κράτος τούς λέει πως όφειλαν να έχουν προβλέψει εγκαίρως τη δική του ανεπάρκεια. Διότι ο σωστός πολίτης στην Ελλάδα δεν προγραμματίζει μόνο τις υποχρεώσεις του. Προβλέπει και τις δυσλειτουργίες της διοίκησης.
Το πιο κωμικό – με εκείνη τη διοικητική κωμωδία που καταλήγει πάντα εις βάρος του ίδιου θεατή – είναι ότι η προθεσμία δεν έπεσε από τον ουρανό. Ήταν γνωστή εδώ και χρόνια. Κι όμως, η διοίκηση συμπεριφέρεται σαν να πληροφορήθηκε μόλις χθες ότι εκατομμύρια πολίτες διαθέτουν ακόμη παλιές ταυτότητες. Προετοίμασε την καμπάνια, αλλά όχι την εξυπηρέτηση· το τελεσίγραφο, αλλά όχι τις θέσεις.
Βεβαίως, η νέα ταυτότητα δεν μπορεί να φτάσει απλώς με ένα κλικ στο σπίτι, αφού απαιτείται φυσική παρουσία και λήψη βιομετρικών στοιχείων. Αλλά αυτό δεν απαλλάσσει το κράτος, το εκθέτει περισσότερο. Όταν γνωρίζει επί χρόνια την καταληκτική ημερομηνία, οφείλει να διαθέτει επαρκή ραντεβού, διευρυμένα ωράρια, κινητές μονάδες για ηλικιωμένους και ανθρώπους με δυσκολία μετακίνησης, έκτακτα κέντρα εξυπηρέτησης και πραγματική προτεραιότητα σε όσους αποδεδειγμένα ταξιδεύουν. Όχι να αναρτά μια πλατφόρμα και να θεωρεί ότι ολοκλήρωσε τη μεταρρύθμιση.
Η ψηφιοποίηση δεν είναι να μεταφέρεις την ουρά από το πεζοδρόμιο στην οθόνη, ούτε να αντικαθιστάς το χαρτάκι προτεραιότητας με το μήνυμα «δεν υπάρχει διαθεσιμότητα». Και ασφαλώς δεν είναι να υποχρεώνεις τον πολίτη να αναζητήσει πολιτικό, αστυνομικό, φίλο ή φίλο φίλου για να αποκτήσει αυτό που δικαιούται χωρίς χάρη.
Έτσι δικαιώνεται και βασιλεύει το ρουσφέτι: όχι επειδή οι πολίτες το αγαπούν, αλλά επειδή το ίδιο το κράτος το κατασκευάζει ως έξοδο κινδύνου από τα αδιέξοδα που δημιουργεί. Το κράτος γίνεται εχθρός του κράτους όταν νομοθετεί σαν να είναι παντοδύναμο, οργανώνεται σαν να είναι ανύπαρκτο και απαιτεί από τον πολίτη να πληρώσει τη διαφορά.
Καιρός να καταλάβουμε το αυτονόητο: σύγχρονο κράτος δεν είναι εκείνο που εκδίδει προθεσμίες, εφαρμογές και πανηγυρικά δελτία Τύπου. Είναι εκείνο που, όταν επιβάλλει μια υποχρέωση, έχει ήδη εξασφαλίσει ότι ο πολίτης μπορεί να την εκπληρώσει χωρίς ταπείνωση, χωρίς οδύσσεια και χωρίς «μέσο».
Διαφορετικά δεν έχουμε ψηφιακό κράτος. Έχουμε το παλιό πελατειακό κράτος με καινούργια οθόνη – και τον ίδιο, πάντα, πολίτη να περιμένει απέξω.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA







