Σμήνη ακρίδων λυμαίνονται χιλιάδες στρέμματα καλλιεργειών στην Κεντρική Μακεδονία, με τους αγρότες να παρακολουθούν ανήμποροι τα έντομα να καταστρέφουν τις σοδειές τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ακρίδες έχουν φτάσει ακόμη και μέσα στον αστικό ιστό, προκαλώντας ανησυχία στους κατοίκους.
Ρεπορτάζ: Παναγιώτης Μανής
Δήμοι και παραγωγοί ξεκινούν ψεκασμούς σε μια προσπάθεια να περιορίσουν το φαινόμενο. Ωστόσο, σύμφωνα με τους επιστήμονες, η ουσιαστική καταπολέμηση των ακρίδων είναι πλέον εξαιρετικά δύσκολη, καθώς τα έντομα έχουν ενηλικιωθεί, έχουν αναπτύξει φτερά και μετακινούνται γρήγορα από περιοχή σε περιοχή.
Ακρίδες… «πρωταγωνίστριες» σε θεατρικές παραστάσεις
Μόλις πριν από λίγες ημέρες, μια ακρίδα έκλεψε την παράσταση στο Κιλκίς, κατά τη διάρκεια της θεατρικής παράστασης «Θέλω να σου κρατάω το χέρι», με τον Τάσο Ιορδανίδη και τη Θάλεια Ματίκα.
Το έντομο εισέβαλε στη σκηνή και διέκοψε για λίγο τους ηθοποιούς. Το ζευγάρι δημοσίευσε, μάλιστα, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης βίντεο από το απρόοπτο περιστατικό. Αρχικά οι δύο ηθοποιοί αντιμετώπισαν με χιούμορ την απρόσκλητη επισκέπτρια, στη συνέχεια όμως η Θάλεια Ματίκα εμφανίστηκε ανήσυχη, ιδίως όταν ένας θεατής την ενημέρωσε ότι η ακρίδα βρισκόταν ακριβώς δίπλα της.

Παρά την προσπάθεια να την παγιδεύσουν, η ακρίδα αποχώρησε τελικά μόνη της, όπως ακριβώς είχε εμφανιστεί, έχοντας στο μεταξύ κλέψει τις εντυπώσεις. Δεν ήταν, πάντως, η μοναδική παρουσία εντόμου στο θέατρο, καθώς κατά τη διάρκεια της παράστασης δεκάδες ακρίδες πετούσαν ανάμεσα στους θεατές.
Παρόμοιο ήταν το σκηνικό και στο ανοιχτό θέατρο των Σερρών, κατά την παράσταση «Ο Υπηρέτης δύο Αφεντάδων», με πρωταγωνιστή τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο. Δεκάδες ακρίδες εμφανίστηκαν αιφνιδιαστικά τόσο στις κερκίδες όσο και επάνω στη σκηνή.
Τα έντομα πετούσαν συνεχώς ανάμεσα στους θεατές και στους ηθοποιούς, προκαλώντας αμηχανία και δυσκολεύοντας την παρακολούθηση του έργου. Τα δύο περιστατικά αποτυπώνουν την ασυνήθιστα αυξημένη παρουσία ακρίδων σε πολλές περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας, η οποία προκαλεί πλέον έντονη ανησυχία στους κατοίκους.
«Πέρασαν και δεν άφησαν ούτε φύλλο»
«Πέρασαν από τα χωράφια μου και δεν άφησαν ούτε φύλλο. Μόνο κοτσάνια έμειναν. Δεν πήραμε τίποτα», λέει με απόγνωση στην «Κ» ο Κώστας Πολυχρονίδης από το Κιλκίς.
Ο παραγωγός είδε σμήνη ακρίδων να πέφτουν στα 33 στρέμματα ρίγανης που καλλιεργεί και να καταστρέφουν τα πάντα στο πέρασμά τους.
«Στην αρχή, πριν από λίγο καιρό, όταν ξεκινήσαμε να αλωνίζουμε τα σιτάρια, είχαμε δει κάτι μικρές, μαύρες ακρίδες, οι οποίες έκαναν κυριολεκτικά παρέλαση», περιγράφει.

«Έβγαιναν στους δρόμους και στις άκρες των χωραφιών. Περνούσες και έβλεπες ένα μαύρο χαλί από ακρίδες. Μετά εμφανίστηκαν άλλες, λίγο μεγαλύτερες σε μέγεθος, και τώρα υπάρχουν τεράστιες ακρίδες, οι οποίες έχουν πλέον ξεχυθεί ακόμη και μέσα στην πόλη του Κιλκίς, αναζητώντας τροφή, αφού στα χωράφια δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα», συνεχίζει.
Ακόμη μεγαλύτερη καταστροφή υπέστη ο Παύλος Μιχαηλίδης, παραγωγός στην ίδια περιοχή.
«Από 1.300 στρέμματα με τριφύλλι δεν έμεινε τίποτα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όπως υποστηρίζει, «για να χαρακτηριστεί μια περιοχή ακριδόπληκτη, πρέπει να έχει πληγεί τουλάχιστον το 30% της έκτασης της περιφερειακής ενότητας. Ο ΕΛΓΑ δεν δίνει αποζημιώσεις, οπότε είμαστε στον αέρα».
Ανάλογη είναι η εικόνα και στην περιοχή του Παγγαίου.

«Εγώ τις είδα πριν από μία εβδομάδα. Ξεφύτρωναν από παντού», λέει στην «Κ» ο αγρότης Τρύφων Αράπογλου.
«Άρχισα να ψεκάζω μέρα παρά μέρα και να κάνω περιπολίες γύρω από τα χωράφια, γιατί καλλιεργώ ντοματίνια και, αν μπουν μέσα, δεν θα αφήσουν τίποτα. Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο. Είναι πρωτόγνωρο», τονίζει.
Γιατί αυξήθηκαν οι πληθυσμοί τους
Σύμφωνα με τον δρ Στέφανο Ανδρεάδη, κύριο ερευνητή του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ και πρόεδρο της Εντομολογικής Εταιρείας Ελλάδος, δύο είναι οι βασικοί λόγοι για την αύξηση του πληθυσμού των ακρίδων.

«Μια εξήγηση είναι οι ηπιότεροι χειμώνες που καταγράφονται σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Όλοι γνωρίζουμε την κλιματική αλλαγή και βλέπουμε ότι οι χειμώνες δεν είναι πλέον όπως ήταν παλαιότερα», επισημαίνει στην «Κ».
«Για παράδειγμα, στη Βόρεια Ελλάδα δεν χιονίζει όπως χιόνιζε στο παρελθόν. Ακόμη και στα βουνά οι θερμοκρασίες δεν πέφτουν τόσο χαμηλά. Ως αποτέλεσμα, επιβιώνει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό των εντόμων που διαχειμάζουν σε σύγκριση με τα προηγούμενα χρόνια», εξηγεί.
Ο δεύτερος παράγοντας σχετίζεται με την αύξηση των εκτάσεων που παραμένουν ακαλλιέργητες.
«Η μείωση της εντατικής γεωργίας έχει ως συνέπεια να δημιουργούνται περισσότερες εστίες ανάπτυξης ακρίδων. Τα έντομα αποθέτουν τα αυγά τους σε ακαλλιέργητα εδάφη, ώστε αυτά να είναι προστατευμένα από ενδεχόμενη κατεργασία του εδάφους», αναφέρει.

Όπως διευκρινίζει, το φαινόμενο δεν περιορίζεται πλέον στις ορεινές περιοχές.
«Αυτό δεν συμβαίνει μόνο σε μεγάλα υψόμετρα, αλλά και στις πεδιάδες. Επομένως, οι εστίες ανάπτυξης βρίσκονται πιο κοντά στις πόλεις και ίσως γι’ αυτό να βλέπουμε τις ακρίδες συχνότερα σε κατοικημένες περιοχές», σημειώνει.
Ο ίδιος εμφανίζεται καθησυχαστικός όσον αφορά τον κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
«Μπορεί η εικόνα να είναι αντιαισθητική, όμως δεν θα πρέπει να μας ανησυχεί ιδιαίτερα, καθώς οι ακρίδες δεν είναι επιβλαβείς για τον άνθρωπο», τονίζει.
Δύσκολη πλέον η καταπολέμησή τους
Ο Κώστας Πολυχρονίδης θυμάται ότι πέρυσι χρειάστηκε να ψεκάσει τις καλλιέργειές του για την καταπολέμηση των ακρίδων «μόλις σε δύο σημεία».
Φέτος, όμως, η κατάσταση είναι εντελώς διαφορετική.

«Ψέκαζα και, έπειτα από δύο ημέρες, το ίδιο σημείο ήταν ξανά γεμάτο ακρίδες. Στο τέλος τα παράτησα», λέει.
Ο δρ Ανδρεάδης εξηγεί ότι αυτή την περίοδο η αντιμετώπιση του φαινομένου είναι εξαιρετικά δύσκολη, καθώς ο κατάλληλος χρόνος για αποτελεσματικές παρεμβάσεις έχει πλέον παρέλθει.
«Η καταπολέμηση αυτή την εποχή είναι πάρα πολύ δύσκολη, γιατί είναι ήδη αργά. Θα έπρεπε να έχει γίνει νωρίτερα, την άνοιξη, όταν οι ακρίδες βρίσκονται ακόμη σε ανήλικο στάδιο και δεν έχουν αναπτύξει φτερά», σημειώνει.
Σε αυτό το στάδιο, η μετακίνησή τους είναι περιορισμένη και, επομένως, ο έλεγχός τους μπορεί να γίνει ευκολότερα και αποτελεσματικότερα.
«Τα ενήλικα άτομα έχουν σχηματίσει πτέρυγες και είναι δύσκολο να καταπολεμηθούν ικανοποιητικά, καθώς μετακινούνται συνεχώς», εξηγεί.
Ο ερευνητής υπογραμμίζει την ανάγκη για επιστημονική παρακολούθηση και συνολικό σχεδιασμό, αντί για αποσπασματικές παρεμβάσεις όταν το πρόβλημα έχει ήδη λάβει μεγάλες διαστάσεις.
«Χρειάζεται έρευνα και μια περισσότερο ολοκληρωμένη αντιμετώπιση. Δεν μπορούμε να λαμβάνουμε μέτρα μόνο όταν εμφανίζεται το πρόβλημα», επισημαίνει.
Όπως εκτιμά, απαιτείται μια μελέτη σε βάθος, ώστε να εντοπιστούν εγκαίρως οι αρχικές εστίες ανάπτυξης.
«Πρέπει να γνωρίζουμε από πού ξεκινούν οι λεγόμενες “κηλίδες”, να παρακολουθούνται συστηματικά και, όταν εκτιμάται ότι ο πληθυσμός θα ξεπεράσει το όριο της ανεκτής πυκνότητας, να γίνονται στοχευμένα και έγκαιρα οι κατάλληλες ενέργειες. Έτσι δεν θα φτάνουμε στον Ιούλιο να συζητούμε πώς θα αντιμετωπίσουμε τις ακρίδες», αναφέρει.
Παρά την έκταση του φαινομένου, εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξος και συνιστά υπομονή.
«Ο πληθυσμός τους θα αρχίσει να μειώνεται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, καθώς οι ακρίδες θα αρχίσουν να αναζητούν κατάλληλες θέσεις για να διαχειμάσουν ή για να αποθέσουν τα αυγά τους», καταλήγει.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ KARFITSA







