ΤΗΣ ΣΥΝΘΙΑΣ ΣΑΠΙΚΑ*
Με το θάνατο της Αριάδνης Παραρά, της μαμάς του Αντώνη, πίστεψα πως ξεκληρίζεται μία ολόκληρη οικογένεια. Πως δεν θα μείνει τίποτα. Πως χάνω πλέον κάθε σύνδεση μου με τον Αντώνη, που έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ζωή μου. Πως χάνεται μία ολόκληρη γενιά. Και μαζί ξανά και η εφηβεία μου. Για λίγες ώρες.
Διότι πήγα στην κηδεία.
Όπου βρέθηκα μαζί με άλλους ανθρώπους που την αγαπούσαν, αλλά κυρίως αγαπήθηκαν από αυτήν. Κυρίως από όσες και όσους έχουν την ύψιστη τιμή, όπως είπε μία να είναι «Φίλοι της Αριάδνης». Διότι μία γυναίκα χωρίς παιδιά, ουσιαστικά μόνη, μάζεψε στην κηδεία της όλες και όλους όσοι ευεργετήθηκαν από την 92 ετών παρουσία της στη γη.
Πάω λοιπόν στην κηδεία και ο ανιψιός της μου δείχνει φωτογραφίες τους μαζί. Και μου λέει πως δεν πέθανε μόνη της. Πως πέθανε ήρεμη και μάλιστα του είπε πως θέλει να φύγει. Μου λέει πόσο με αγαπούσε και μου ηρεμεί την ψυχή. Μου λέει πως πήρε τα μάτια της και ηρεμώ πως δεν χάνονται όλα. Έχω δίπλα μου τη μαμά μου που μουρμουρίζει όπως πάντα ενοχικά «δεν της συμπαρασταθήκαμε όπως έπρεπε». Την αποχαιρετάω στην εκκλησία και της μουρμουρίζω κάτι στο αυτί να το πει στον Αντώνη.
Απέναντι μου κάθεται μία αθηναία που αναφέρει εκδρομές που πήγαν μαζί και άλλες που δεν πήγαν. Στιγμές που συνέβησαν και άλλες που ακυρώθηκαν. Μία κυρία απέναντι μου στον καφέ λέει πόσο την βοήθησε η Αριάδνη και ο σύζυγος της ο Σταμάτης όταν έκανε την πρακτική της στη ΧΑΝΘ. Πως αυτά που της έμαθαν την συνόδευσαν σε όλες τις δουλειές στο μέλλον. Αναφέρει πως η Αριάδνη αμέσως μετά την κηδεία του Αντώνη ξάπλωσε στο κρεβάτι και αμέσως μετά σκέφτηκε: «τι κάνεις τώρα ξαπλωμένη; Σήκω. Εάν δεν σηκωθείς τώρα πώς θα κρατήσεις ενωμένη την οικογένεια;». Και έτσι σηκώθηκε, και κράτησε ενωμένη την οικογένεια ώσπου πέθανε και ο Σταμάτης και μετά και η Βίκυ πριν από ενάμιση χρόνο. Και η Αριάδνη με το θρήνο της δίδασκε. Αξιοπρέπεια και δύναμη.
Στο ψαράκι που φάγαμε μετά στη μνήμη της θυμηθήκαμε τη ΧΑΝΘ και το σπίτι που είχε φτιάξει εκεί. Θυμάμαι πολλά λουλούδια έλεγε η μαμά μου. Εγώ θυμόμουν το δωμάτιο του Αντώνη που έβλεπε ως το σπίτι μου στη θάλασσα και στα φώτα της πόλης. Ο άλλος ξάδερφος μου λέει ότι το δωμάτιο του έβλεπε στον ακάλυπτο. Όταν φεύγω μου λέει πως είχα δίκιο. Όταν η Βίκυ μεγάλωσε και έφυγε ο Αντώνης πήρε το δωμάτιο της.
Η φίλη της η Ελένη μου λέει ότι μία εβδομάδα πριν πεθάνει πήγε να κάνει αξονική και όταν βγήκε της είπε «με τακτοποίησε ο Αντώνης. Μόλις είδαν πως με λένε Παραρά με ρώτησαν εάν είμαι η μαμά του και με περιποιήθηκαν».
Υ.Γ. Μετά την κηδεία η Αναστασία Γρηγοριάδου, την οποία δεν ήξερα μου έστειλε μήνυμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γράφοντας μου «Γνώρισα και συνεργάστηκα με την κ.Αριάδνη και τον κ.Σταμάτη στην κατασκήνωση happy days το πρώτο καλοκαίρι μετά το θάνατο του Αντώνη. Ήταν όλη μέρα στο πόδι να φροντίζουν για τα πάντα στην κατασκήνωση. Μοναδική παύση κάθε μεσημέρι για 1 ώρα την ώρα όπου μεταδίδονταν σε επανάληψη το comfousio. Φορούσαν και οι δύο τα μαύρα γυαλιά τους και παρακολουθούσαν αμίλητοι την εκπομπή στην τραπεζαρία της κατασκήνωσης. Κανένας μας δεν τολμούσε να τους διακόψει.
Όταν τελείωνε η εκπομπή, σκούπιζαν τα δακρυσμένα μάτια τους και συνέχιζαν τη δουλειά τους, ακούραστα μέχρι αργά το βράδυ.
Υπέροχοι άνθρωποι…
- Η Σύνθια Σάπικα είναι δημοσιογράφος της ΕΡΤ 3




