Συνέντευξη στη Φιλίππα Βλαστού
Ένα έργο που επίκεντρο έχει την σχέση δυο ομοφυλόφιλων ανδρών και θίγει σημαντικά ζητήματα που αφορούν την LGBTQI+ κοινότητα πραγματεύεται το έργο «Όπως πάει το ποτάμι», που ανεβαίνει αυτές τις ημέρες στη Θεσσαλονίκη, στο Δημοτικό Θέατρο Μελίνα Μερκούρη. Ο σκηνοθέτης της παράτασης Γιάννης Λεοντάρης, μιλώντας στην Karfitsa, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στα κοινωνικά θέματα που αναδεικνύει το έργο του Μάρτιν Σέρμαν, το οποίο χαρακτηρίζει «αφοπλιστικά απλό και δυνατό» και τονίζει ότι πίσω από το ερωτικό τρίγωνο με τη μοιραία κατάληξή του, ξεδιπλώνει μία πραγματική εποποιία του gay κινήματος διάρκειας σχεδόν ενός αιώνα.
Γιατί επιλέξατε να ανεβάστε το συγκεκριμένο έργο; Ποια ερωτήματα θέτει;
Το έργο του Μάρτιν Σέρμαν είναι αφοπλιστικά απλό και δυνατό. Πρόκειται για μία ερωτική ιστορία. Ο συγγραφέας επιλέγει ένα θέμα- κοινό τόπο στη παγκόσμια δραματουργία: το ερωτικό τρίγωνο με τη μοιραία κατάληξή του. Πίσω από αυτό όμως, ξεδιπλώνει μία πραγματική εποποιία του gay κινήματος διάρκειας σχεδόν ενός αιώνα. Σήμερα, στο Λονδίνο, ο διπολικός νεαρός δικηγόρος Ρούφους, διψά για «γεύσεις από το παρελθόν» και συνθέτει ένα ιδιωτικό ντοκιμαντέρ κινηματογραφώντας αφηγήσεις του Μπο, συντρόφου του και πιανίστα της τζαζ, γύρω από τα πάθη και τους αγώνες των gay ανδρών και γυναικών στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1930 μέχρι σήμερα. Η ηττημένη επανάσταση των gay της δεκαετίας του ‘60 και το σημερινό αίτημα για κοινωνική αποδοχή συγκρούονται και ταυτόχρονα γεννούν και τρέφουν την έλξη που ενώνει τους δύο ήρωες. Στο τέλος o Χάρι, ένας νεαρός drag queen performer έρχεται στη ζωή τους όχι για να την απογειώσει αλλά για να υπενθυμίσει τους αδυσώπητους όρους της «κανονικότητας».

Ποιος από τους τρεις πρωταγωνιστές είναι ο αγαπημένος σας ρόλος και γιατί;
Ο Μάρτιν Σέρμαν κρατά θαυμαστές ισορροπίες ανάμεσα στους δραματικούς ήρωες του έργου του. Καθένας τους καθρεφτίζεται στους άλλους δύο. Ωστόσο ο αγαπημένος μου ήρωας δεν είναι κανένας από τους τρεις. Είναι το τέταρτο πρόσωπο που εμφανίζεται στην τελευταία σκηνή του έργου. Η νεογέννητη υιοθετημένη Έβελιν που θα μεγαλώσει σε έναν καινούργιο κόσμο γεμάτο αβεβαιότητα και ελπίδα.
Πως έγινε η επιλογή των ηθοποιών; Υπάρχουν ηθοποιοί που αρνήθηκαν να παίξουν έναν χαρακτήρα που υποδύεται έναν ομοφυλόφιλο;
Η ομάδα των τριών ηθοποιών με τους οποίους συνεργάζομαι σε αυτή τη δουλειά (Περικλής Μουστάκης, Μάνος Καρατζογιάννης, Δημήτρης Ροϊδης) είναι αξιαγάπητη. Πρόκειται για καλλιτέχνες εξαιρετικής ποιότητας, ευγένειας και πίστης. Έσκυψαν με τόλμη και αφοσίωση πάνω στους ήρωες του Μάρτιν Σέρμαν. Δεν μπορώ να φανταστώ οποιονδήποτε ηθοποιό να μην επιθυμεί να ενσαρκώσει έναν θεατρικό ήρωα διαφορετικό από τον ίδιο.
Το έργο πραγματεύεται έναν ομοφυλοφιλικό έρωτα. Πιστεύετε ότι στο ελληνικό θέατρο θα έπρεπε να ανεβαίνουν περισσότερες παραστάσεις που εμπεριέχουν LGBTQI+ ζητήματα, ώστε να βοηθήσουν στην περαιτέρω ορατότητα της κοινότητας στην Ελλάδα του σήμερα;
Δεν θα έλεγα ότι είναι μόνο ζήτημα ορατότητας της κοινότητας. Είναι πρωτίστως ζήτημα παιδείας, κουλτούρας και δημοκρατίας. Η χώρα μας πάσχει και στα τρία αυτά επίπεδα εμφανίζοντας εξαιρετικά χαμηλούς δείκτες στις στατιστικές της ΕΕ. Όσες θεατρικές παραστάσεις και αν ανέβουν γύρω από αυτά τα ζητήματα, τα μυαλά δεν θα ανοίξουν παρά μόνο αν αναβαθμιστεί η παιδεία, από το νηπιαγωγείο μέχρι το δημόσιο πανεπιστήμιο. Είναι ζήτημα πολιτικής επιλογής.

Υπήρξαν δυσκολίες, εμπόδια ή αντιδράσεις στην προσπάθεια σας να ανέβει το έργο;
Οι όποιες δυσκολίες ξεκινούν πάντα από μέσα μας, από εμάς τους ίδιους. Αυτό που με ξένισε ήταν η δική μου δυσκολία να αντιμετωπίσω τα σώματα των ηθοποιών στις πρόβες υπερβαίνοντας τα πάσης φύσεως στερεότυπα. Η πορεία των προβών μετατόπισε και τις δικές μου προσκολλήσεις σε στερεότυπα φύλου. Χρειάστηκε χρόνος για να νιώσω ότι τα σώματα των τριών εξαιρετικών ηθοποιών με τους οποίους είχα την τύχη να συνεργαστώ πρέπει να αντιμετωπιστούν υπερβαίνοντας την κοινωνικά προσδιορισμένη έμφυλη ταυτότητά τους. Στο τέρμα αυτής της συναρπαστικής θεατρικής συνάντησης κατακτήθηκε η πολυπόθητη υπέρβαση. Στόχος μας, να συμβεί το ίδιο και στους θεατές της παράστασής. Κατά τα άλλα, κάποιες αντιδράσεις που προκάλεσε η αφίσα της παράστασης, όπου οι δύο άνδρες σχεδόν ακουμπούν ο ένας τα χείλη του άλλου, μου φάνηκαν κωμικές. Φανταστείτε να υπήρχε στην αφίσα ένα κανονικό φιλί. Φαίνεται ότι σήμερα ανεχόμαστε πιο εύκολα την εικόνα ενός βομβαρδισμού από την εικόνα ενός φιλιού.
Πως μπορεί η τέχνη και συγκεκριμένα το θέατρο να αναδείξει από την μια κοινωνικά προβλήματα και ανισότητες, και από την άλλη να στρέψει την κοινή γνώμη και να ενθαρρύνει έναν διάλογο ώστε να υπάρξουν λύσεις σε θέματα όπως η υιοθεσία από ομόφυλα ζευγάρια;
Το ζήτημα της υιοθεσίας το οποίο τίθεται με δραματικό τρόπο στο «Όπως πάει το ποτάμι», συνδέεται με την περίφημη συζήτηση περί «κανονικότητας». Τι ακριβώς όμως σημαίνει κανονικότητα; Τα τελευταία χρόνια αυτή είναι η αγαπημένη λέξη της εξουσίας. Οι λόγοι, προφανείς. Στο υπαρξιακό πεδίο όμως, είναι και άλλα πράγματα: για άλλους σημαίνει να πορεύονται όπως πάει το ποτάμι, για άλλους ησυχία, για άλλους αρμονία, για άλλους τέλμα. Για τους περισσότερους ανθρώπους είναι μια απολύτως σεβαστή ζωτική ανάγκη. Το δικαίωμα στον καθένα να επιλέξει αν επιθυμεί να είναι ενταγμένος στο σύστημα και σε θεσμούς κανονικότητας όπως η οικογένεια, ο γάμος, η υιοθεσία, είναι αναφαίρετο. Αυτό ισχύει για όλες και όλους ανεξάρτητα από την όποια ταυτότητα διεκδικούν, ιδεολογική, θρησκευτική ή έμφυλη.
Η παράσταση θα ανέβει σε πιο μικρές και κλειστές (Κοινωνικά) πόλεις της Ελλάδας;
Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν πόλεις της Ελλάδας που είναι περισσότερο ή λιγότερο κλειστές κοινωνικά. Η παντοδυναμία των μέσων μαζικής επικοινωνίας και του διαδικτύου έχει οδηγήσει σε μία ομογενοποίηση των νοοτροπιών προς μία κατεύθυνση πόλωσης και συγκρούσεων: όσο πιο ελεύθερα εκφράζονται οι ποικίλες όψεις της LGBTQI+ κοινότητας, τόσο περισσότερο εκδηλώνονται και τα συντηρητικά αντανακλαστικά. Αυτό συμβαίνει με την ίδια ένταση και στα μεγάλα αστικά κέντρα και στην περιφέρεια. Ίσως υπάρχει μία διαφοροποίηση σε πόλεις που φιλοξενούν μεγάλο αριθμό φοιτητών, όπου εκεί τα πράγματα φαίνεται να είναι περισσότερο ανοιχτά και ελπιδοφόρα. Σε μία χώρα γερόντων ωστόσο, οι κοινωνίες αυτές είναι φωτεινές εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.
Προς το παρόν όμως θα την δούμε σίγουρα στη Θεσσαλονίκη. Ποια είναι η επαφή σας με το κοινό της πόλης;
Η Θεσσαλονίκη λοιπόν είναι ο ορισμός της φωτεινής εξαίρεσης στην οποία αναφέρθηκα προηγουμένως. Έχω ζήσει σ’ αυτή την πόλη δεκαπέντε χρόνια και γνωρίζω καλά την τόσο γοητευτική αντιφατική της φύση. Στους δρόμους και τα διαμερίσματα της πόλης συγκατοικούν δίπλα-δίπλα, ο βαθύς συντηρητισμός με την προσκόλληση στην «αγία οικογένεια» και η άνευ όρων και ορίων εξέγερση που δημιουργεί γόνιμο έδαφος για καινοτόμες και πειραματικές καλλιτεχνικές προτάσεις. Όλα αυτά μαζί. Μόνο αν τα αγαπήσεις ως έχουν, μπορείς να κατανοήσεις τον χαρακτήρα της Θεσσαλονίκης. Διατηρώ σχέσεις αγάπης και φιλίας με πολλούς συναδέλφους από το πανεπιστήμιο και το θέατρο της πόλης και ανυπομονώ να συναντηθώ μαζί τους με αφορμή τις παραστάσεις μας.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ KARFITSA



