Στη δίνη του κυκλώνα εξακολουθεί να βρίσκεται η Credit Suisse, καθώς παραμένουν οι ανησυχίες για ενδεχόμενα προβλήματα ρευστότητας και κεφαλαιακής επάρκειας.
Της ΑΜΑΛΙΑΣ ΚΑΤΖΟΥ
O νέος διευθύνων σύμβουλος της Credit Suisse Oύλριχ Kέρνερ άνοιξε άθελά του το κουτί της Πανδώρας, όταν απλώς ενημέρωσε -μέσω ενός εσωτερικού σημειώματος στην τράπεζα- ότι η Credit Suisse διαθέτει «ισχυρά κεφάλαια» και δεν αντιμετωπίζει προβλήματα ρευστότητας. Και αυτό επειδή κανείς δεν τον πίστεψε, αντίθετα θύμισε σε πολλούς τις προσπάθειες καθησυχασμού των ανθρώπων της Lehman Brothers λίγο πριν από το κραχ του 2008. Όμως, στην περίπτωση της Credit Suisse το πρόβλημα είναι πιο βαθύ. H τράπεζα, όπως και οι έτερες κυριότερες ελβετικές, ταλανίζεται από σωρεία σκανδάλων, μια σειρά προστίμων, αποτυχημένο risk management και, εντέλει, κακές οικονομικές επιδόσεις. Είναι τόσο σαρωτικά όλα αυτά που η φήμη και η θέση που έχτισε από το 1856, όταν και ιδρύθηκε η τράπεζα, έχουν σχεδόν περάσει στη λήθη.
Το παράξενο είναι ότι αυτή η δήλωση, η οποία έφερε το χάος, ήταν η πιο… αισιόδοξη του τελευταίου διαστήματος. Για παράδειγμα, μόλις λίγους μήνες πριν ο -παραιτηθείς- διευθύνων σύμβουλος της Credit Suisse, Tόμας Γκοτστάιν, δικαιολογούσε τις κακές οικονομικές επιδόσεις στο γεγονός ότι «το 2021 ήταν μια πολύ απαιτητική χρονιά». Λίγο αργότερα, υπό το καθεστώς της ανωνυμίας, αξιωματούχος της Credit Suisse εξηγούσε ότι «τα νούμερα είναι καταστροφικά» και περιέγραφε ως «ιδιαίτερα πεσμένη» την ψυχολογία του προσωπικού λόγω των αναμενόμενων περικοπών.
Το σχέδιο και η ανησυχία
H μεταβλητότητα δείχνει τη δυσκολία της Credit Suisse να διαχειριστεί την εμπιστοσύνη των επενδυτών, καθώς επισπεύδει την κατάρτιση ενός σχεδίου αποκατάστασης και εξυγίανσης μετά το σκάνδαλο της Archegos Capital Management. Το τίμημα που πρέπει να πληρώσουν οι επενδυτές για να διασφαλίσουν ότι το χρέος της τράπεζας, που έφτασε σε επίπεδα-ρεκόρ, με αποτέλεσμα να εντείνεται η ανησυχία για μια περίπτωση ευρωπαϊκής Lehman Brothers, είναι αν μη τι άλλο δυσθεώρητο.
H ελβετική τράπεζα πέρυσι κατέγραψε ζημίες 1,6 δισ. ελβετικών φράγκων έναντι κερδών 2,7 δισ. το 2020, κυρίως λόγω των μεγάλων απωλειών που τις προκάλεσαν οι επενδύσεις στον αποτυχημένο χρηματοοικονομικό όμιλο αλυσίδας εφοδιασμού Greensill και στο hedge fund Archegos, ο ιδιοκτήτης του οποίου Μπιλ Χουάνγκ και τρία ακόμη στελέχη του διώκονται στις ΗΠΑ με κατηγορίες για εκβιασμό και απάτη.
Η μετοχή της ανακάμπτει τις τελευταίες ημέρες μετά το μαζικό ξεπούλημα, ωστόσο δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν πως ο επενδυτικός βραχίονας της ελβετικής τράπεζας έχει κρυφές υποχρεώσεις μεγάλου ύψους. Οι πιέσεις που καταγράφηκαν στη μετοχή, είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση της κεφαλαιοποίησης της Credit Suisse στα 10 δισ. ελβετικά φράγκα, όταν μέχρι το τέλος Μαρτίου του περασμένου έτους υπερέβαινε τα 30 δισ. ελβετικά φράγκα.
Κόκκινη κάρτα
Και τα κακά μαντάτα για την ελβετική τράπεζα συνεχίζονται, καθώς η Goldman Sachs σε σχετική της ανάλυση εκτιμά ότι η Credit Suisse βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τρύπα έως και 8 δισ. ελβετικών φράγκων (8 δισ. δολάρια) το 2024.
Οι αναλυτές του αμερικανικού οίκου εκτιμούν ότι θα ήταν προς τη σωστή κατεύθυνση μια αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, δεδομένης της ανάγκης αναδιάρθρωσης των δραστηριοτήτων της τράπεζας σε μια περίοδο «ελάχιστης» δημιουργίας κεφαλαίων. «Η Credit Suisse συνεχίζει να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις», σημειώνουν οι αναλυτές και διατηρούν τη σύσταση της «πώλησης» για τη μετοχή.
Ο προβληματισμός για την υγεία της ελβετικής τράπεζας, σε ό,τι αφορά στα επίπεδα κεφαλαίου και τη ρευστότητα, έχουν προκαλέσει πλήγμα στις μετοχές της φέτος, με ορισμένους αναλυτές να επιμένουν πως απαιτείται αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Εν μέσω όλων αυτών στις 27 Οκτωβρίου ο διευθύνων σύμβουλος Ούλριχ Κέρνερ αναμένεται να παρουσιάσει λεπτομερώς τη δεύτερη αναθεώρηση της στρατηγικής της τράπεζας μέσα σε έναν χρόνο, η οποία θεωρείται ευρέως ως μια κρίσιμη ευκαιρία για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην τράπεζα.
Στο ίδιο μήκος κύματος και η αναλύτρια της Jefferies, Flora Bocahut, η οποία ανέφερε ότι η Credit Suisse χρειάζεται να συγκεντρώσει περίπου 9 δισ. ελβετικά φράγκα σε κεφάλαιο τα επόμενα δύο έως τρία χρόνια. Σύμφωνα με την ίδια, η Credit Suisse θα δώσει προτεραιότητα στις πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ POLITICAL








