Σαν κανονική πολυεθνική εταιρεία λειτουργούσε το τεράστιο κύκλωμα διαδικτυακής απάτης που εξάρθρωσαν οι αρχές σε Αλβανία και Αυστρία, με τη συνδρομή της Europol. Πίσω από τις εντυπωσιακές εγκαταστάσεις στα Τίρανα κρυβόταν μια καλοστημένη «βιομηχανία» εξαπάτησης, με περίπου 450 εργαζόμενους, εξειδικευμένα τμήματα και τζίρο που, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αρχών, ξεπερνά τα 50 εκατομμύρια ευρώ.
Η διεθνής επιχείρηση ολοκληρώθηκε έπειτα από έρευνα που διήρκεσε περισσότερο από δύο χρόνια και οδήγησε στη σύλληψη δέκα ατόμων, ενώ κατασχέθηκαν σχεδόν 900.000 ευρώ σε μετρητά, εκατοντάδες υπολογιστές, κινητά τηλέφωνα και ψηφιακά μέσα αποθήκευσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το κύκλωμα προσέγγιζε τα θύματά του μέσω ψεύτικων επενδυτικών διαφημίσεων στα social media και στο διαδίκτυο, υποσχόμενο τεράστιες αποδόσεις από επενδύσεις σε κρυπτονομίσματα, μετοχές και άλλες χρηματοοικονομικές πλατφόρμες.
Μόλις κάποιος έδειχνε ενδιαφέρον, αναλάμβαναν δράση οι δήθεν «επενδυτικοί σύμβουλοι», που στην πραγματικότητα ήταν μέλη της οργάνωσης. Με συνεχείς τηλεφωνικές επικοινωνίες προσπαθούσαν να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των θυμάτων και να τα πείσουν να καταθέτουν όλο και περισσότερα χρήματα.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι απατεώνες αποκτούσαν ακόμη και απομακρυσμένη πρόσβαση στους υπολογιστές και τα κινητά των θυμάτων μέσω ειδικού λογισμικού, ελέγχοντας πλήρως τους λογαριασμούς τους και ασκώντας έντονη ψυχολογική πίεση για νέες «επενδύσεις». Τα χρήματα όμως δεν επενδύονταν ποτέ, αλλά κατέληγαν σε πολύπλοκα δίκτυα ξεπλύματος χρήματος.
Οι αρχές αποκάλυψαν ότι τα τηλεφωνικά κέντρα λειτουργούσαν με απόλυτα επαγγελματική δομή. Υπήρχαν ξεχωριστές ομάδες ανά γλώσσα — μεταξύ αυτών ελληνικά, γερμανικά, ιταλικά, αγγλικά και ισπανικά — ώστε οι δράστες να προσεγγίζουν πιο εύκολα πολίτες σε διαφορετικές χώρες και να εμφανίζονται πιο αξιόπιστοι.
Οι εργαζόμενοι λάμβαναν βασικό μισθό περίπου 800 ευρώ, αλλά και προμήθειες ανάλογα με τα ποσά που κατάφερναν να αποσπάσουν από τα θύματα. Σύμφωνα με τις αρχές, το κύκλωμα λειτουργούσε σχεδόν σαν «εταιρεία τηλεπωλήσεων», με τμήματα εξυπηρέτησης πελατών, οικονομικών, πληροφορικής και διοίκησης.
Ακόμη πιο σοκαριστικό είναι το γεγονός ότι η οργάνωση επέστρεφε ξανά στα ίδια θύματα, προσφέροντας δήθεν υπηρεσίες «ανάκτησης χαμένων χρημάτων». Με αυτό το νέο τέχνασμα, ζητούσαν νέα ποσά, συνήθως μέσω πλατφορμών κρυπτονομισμάτων, εξαπατώντας για δεύτερη φορά ανθρώπους που είχαν ήδη χάσει τις οικονομίες τους.
Η έρευνα ξεκίνησε το 2023 από τις αυστριακές αρχές, όταν εντοπίστηκε μεγάλος αριθμός θυμάτων στη Βιέννη. Μέσω της Europol στήθηκε κοινή επιχείρηση με τις αλβανικές αρχές, η οποία κορυφώθηκε στις 17 Απριλίου με συντονισμένες εφόδους στα Τίρανα.
Συνολικά πραγματοποιήθηκαν έρευνες σε τρία μεγάλα τηλεφωνικά κέντρα και εννέα κατοικίες. Οι αστυνομικοί κατέσχεσαν 891.735 ευρώ σε μετρητά, 443 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, 238 κινητά τηλέφωνα και δεκάδες αποθηκευτικά μέσα.
Θύματα της απάτης έχουν εντοπιστεί σε πολλές χώρες, ανάμεσά τους η Ελλάδα, η Ιταλία, η Γερμανία, η Ισπανία, ο Καναδάς και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ οι έρευνες συνεχίζονται, καθώς οι αρχές θεωρούν πως το πραγματικό εύρος της υπόθεσης ενδέχεται να είναι ακόμη μεγαλύτερο.



