, Κυριακή
25 Φεβρουαρίου 2024

Η ημέρα της μαρμότας (και του μαρτυρίου) στο Ντεπώ

Πρωτάνοιξα τα μάτια μου πριν από μισόν αιώνα και κάτι στο Ντεπώ. Είναι η συνοικία που αγάπησα, εξακολουθώ να αγαπώ γιατί η μοίρα το έφερε έτσι και επέστρεψα πάλι στο πατρικό μου.

Πιθανώς, να υπάρχουν περιοχές μεταγενέστερες που χτίστηκαν με άλλους όρους δόμησης, πολύ περισσότερο «ορθολογικά», μοντέρνες κατοικίες, αλλά για μένα η αναδρομή στην ιστορία της συνοικίας μου με συγκινεί. Στη Συνοικία των εξοχών όπου οι κοσμοπολίτες περνούσαν στις μοναδικές βίλες το θέρος, πλάι στην «καλή μεριά» της πόλης την Καλαμαριά, η συνοικία που ενέπνευσε το μεγάλο Τσιτσάνη όταν υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του απέναντι από τους Μύλους Αλατίνι στο τάγμα των τηλεγραφητών για να γράψει τα μοναδικά τραγούδια του για τη Θεσσαλονίκη.

Την συνοικία που υμνήθηκε από τον Καββαδία, τραγουδήθηκε από τον Μητροπάνο, την Κουμιώτη και τόσους ακόμη, πρωταγωνίστησε σε μυθιστορήματα του Λουντέμη και των πιο σύγχρονων Σκαμπαρδώνη, Ζουργό. Και εδώ κάπου τελειώνει η αναπόληση, η προσκόλληση στο παρελθόν και τα ωραία της άλλοτε ονειρεμένης συνοικίας…

Σήμερα το Ντεπώ είναι η πιο πολυσύχναστη περιοχή της Θεσσαλονίκης στο ήδη πηγμένο ‘Ε δημοτικό διαμέρισμα. Η επιστροφή στο σπίτι μοιάζει με τις περιπέτειες του Τομ Σόγιερ στο κυνήγι του χαμένου θησαυρού, όπου ο Τομ οδηγά ψάχνοντας μια θέση στάθμευσης. Τις βραδινές ώρες η περιήγηση στο τετράγωνο Κίμωνος Βόγα, Ανθέων, Μαρτίου, Πιττακού θυμίζει τις γύρες του Μπίλι στις φυλακές του Σαγκμαλιτσάρ στο «Εξπρές του Μεσονυχτίου».

Οδηγάς αόκνως, με αποκλειστικό στόχο ένα διαολεμένο κενό ορθογώνιο τρία επί πέντε πλάι σε πεζοδρόμιο. Επί της Κίμωνος Βόγα, ένα περιπολικό είναι μονίμως σταθμευμένο από την ημέρα που ξέσπασαν οι ταραχές στη Μέση Ανατολή ένεκα του εβραϊκού οίκου ευγηρίας της περιοχής. Τον πρώτο καιρό κοιτούσαν με καχυποψία έναν τύπο που οδηγούσε και ξαναοδηγούσε από δίπλα τους, σήμερα πια μιλάμε σα μακαντάσηδες, νιώθω πως με οικτίρουν. Μία θέση επιχείρησα να αρπάξω επί της Καλλιγά αλλά την διεκδίκησε και με πρόλαβε άλλος ταλαίπωρος γείτονας, που άκουσε τα εξ αμάξης βγάζοντας το λιμενεργάτη που δεν ήξερα πως έκρυβα μέσα μου. Η ώρα άγγιζε τη μία μετά τα μεσάνυχτα, κατανάλωσα σίγουρα ένα δεκάρικο βενζίνη και προτού αρχίσω να ζαλίζομαι από το «περνά περνά η μέλισσα» αποφάσισα να κοιμηθώ αλλού εκτός οικίας μου.

Γνωρίζω ότι δεν κατέχω αποκλειστικά το θλιβερό προνόμιο της αναζήτησης μιας θέσης πάρκινγκ σε μια (ακόμη) πυκνοδομημένη συνοικία της Θεσσαλονίκης. Μάλλον όμως ανήκω στον κανόνα. Το πρόβλημα μεγεθύνεται χωρίς λύση στο εγγύς ή απώτερο μέλλον. Μία θα ήταν να πλημμυρίσει όλη η πόλη με λεωφορεία, κάθε λεπτό και λεωφορείο σαν ουλαμός σε επιστράτευση και να απαγορευτεί η μετακίνηση με ΙΧ σε όλο το δήμο Θεσσαλονίκης και κάποιους από τους όμορους δήμους αυτού (Στέλιο Αγγελούδη λες;).

Μιαν άλλη να υιοθετήσουμε είτε βορειοευρωπαϊκές πρακτικές, είτε αμιγώς ανατολίτικες όπου το ποδήλατο είναι το βασικό μέσο μετακίνησης. Επειδή όμως ούτε απόγονοι του Μάο είμαστε και την κουλτούρα των βορειοευρωπαίων την ψιλοσιχαινόμαστε σαν τη μύξα μας, είναι βέβαιο ότι οι ατέρμονες περιηγήσεις στο άλλοτε χιλιοτραγουδισμένο Ντεπώ θα συνεχίζονται νυν και αεί, αναζητώντας εις μάτην στάθμευση σαν την ημέρα της μαρμότας.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ KARFITSA