Ο κύριος είχε παράπονο. Χτύπησε τη σύντροφό του και βρέθηκε κατηγορούμενος, μέσα σε έναν κόσμο που προφανώς είχε απολέσει κάθε αίσθηση αναλογίας. «Δεν τη χτύπησα δυνατά», είπε. Υπάρχει, βλέπετε, και η οικοτεχνία της βίας. Μικρή παραγωγή, προσεγμένη, όσο χρειάζεται για να μπει μια τάξη. Το χέρι του ήξερε τη δοσολογία. Το κεφάλι της όφειλε να συνεργαστεί.
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΡΑΓΩΓΙΑΣ
Η γυναίκα κατέθεσε ότι δέχτηκε χτυπήματα στο κεφάλι και στον σβέρκο και ότι φοβάται για τη ζωή της. Εκείνος παραπονέθηκε πως μιλούσε αδιάκοπα. Καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους με τριετή αναστολή και του επιβλήθηκε απομάκρυνση από την κοινή κατοικία. Μέσα σε αυτές τις γραμμές χωρούν δύο άνθρωποι: μία που φοβάται και ένας που παζαρεύει την ένταση των χτυπημάτων.
Αυτή η απαίτηση για σιωπή έχει κάτι από εγχειρίδιο οικιακής συσκευής. Η γυναίκα οφείλει να λειτουργεί αθόρυβα, να διεκπεραιώνει τις ανάγκες του σπιτιού και να μη δημιουργεί τεχνικά προβλήματα στον ιδιοκτήτη της. Αν ακουστεί, κάτι χάλασε. Κι ο ιδιοκτήτης διαθέτει πάντοτε την παλιά, δοκιμασμένη μέθοδο επισκευής: ένα χτύπημα στο πλάι.
Το πιο αποκρουστικό βρίσκεται στην ευπρέπεια της δικαιολογίας. Το επίρρημα «δυνατά» φοράει γραβάτα στη γροθιά. Ζητάει επιείκεια, κατανόηση, μια θέση στο τραπέζι των λογικών ανθρώπων. Να τα βάλουμε κάτω, παιδιά. Να ακούσουμε και τον άνθρωπο. Πόσο να αντέξει με τόση γκρίνια; Έτσι η συζήτηση μετακομίζει από τα χέρια του στο στόμα της. Κι εκείνη καλείται να αποδείξει ότι άξιζε να μείνει αχτύπητη.
Η κοινωνική ευπρέπεια διαθέτει εξαιρετική ηχομόνωση. Κλείνεις το παράθυρο, δυναμώνεις λίγο την τηλεόραση και η συνείδηση επιστρέφει στη θερμοκρασία δωματίου. Αύριο θα κατέβεις φρεσκοσιδερωμένος να καταγγείλεις τη βαρβαρότητα της εποχής. Στο ασανσέρ θα ανταλλάξετε καλημέρες. Ο πολιτισμός μας έχει θαυμάσια αντανακλαστικά όταν πρέπει να κοιτάξει αλλού.
Εμείς οι μεσήλικες έχουμε τελειοποιήσει αυτή την τέχνη της μετακόμισης. Μεταφέρουμε την ευθύνη με την άνεση που τραβάμε την καρέκλα μας για να περάσει ο σερβιτόρος. Είμαστε άνθρωποι με αρχές, διαβάζουμε, ανεβάζουμε επετειακές ευαισθησίες, ξέρουμε να λέμε «πατριαρχία» χωρίς να σκοντάφτει η γλώσσα μας. Ύστερα ακούμε για κάποιον γνωστό και μας ξεφεύγει ένα «κατά βάθος καλό παιδί». Το βάθος προσφέρεται θαυμάσια για να θάβονται όσα φαίνονται στην επιφάνεια.
Οι μελανιές, ας πούμε. Ο φόβος να γυρίσεις σπίτι. Η σκέψη ότι θα σε ρωτήσουν τι του είπες, γιατί έμεινες, γιατί τώρα. Η γυναίκα που μιλάει βρίσκεται μπροστά σε μια πρόχειρη εξεταστική επιτροπή συγγενών, φίλων και ειδικών του καναπέ. Όλοι διαθέτουν άποψη. Εκείνη χρειάζεται κάπου να κοιμηθεί χωρίς να πετάγεται στον παραμικρό θόρυβο.
Εδώ οφείλει να αρχίζει η σοβαρή δημόσια συζήτηση: στην ασφαλή στέγη, στην οικονομική δυνατότητα να φύγει, στην άμεση προστασία, στην υποστήριξη που συνεχίζεται αφού σβήσουν οι κάμερες. Μια καταγγελία απαιτεί κουράγιο. Η επόμενη ημέρα απαιτεί υποδομές. Ο θαυμασμός μας για τη γενναιότητά της δεν πληρώνει ενοίκιο και δεν κρατάει κλειδωμένη την πόρτα.
Χρειάζεται, όμως, να ξεβολευτούμε κι εμείς. Να χαλάσει κάποτε το τραπέζι. Να βαρύνει η παρέα όταν ο φίλος εξηγεί ότι του ξέφυγε το χέρι. Να του επιστραφεί ακέραιη η ευθύνη, χωρίς το μαξιλαράκι της κατανόησης που στρώνουμε κάτω από κάθε αντρικό ξέσπασμα. Έχουμε ξοδέψει υπερβολική λεπτότητα για να προστατεύσουμε την ευαισθησία εκείνων που χτυπούν.
Ο κύριος είχε παράπονο. Θα βρεθούν πρόθυμοι να του το ακούσουν, με καφέ και συμπάθεια. Για τη γυναίκα ας φροντίσουμε επιτέλους να υπάρχει κάτι χρησιμότερο από έναν ακόμη συγκινημένο αναγνώστη.


