Μια νέα σελίδα ανοίγει για τον Όλυμπο και την τουριστική ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής, μετά την ομόφωνη απόφαση της UNESCO να εντάξει την «Ευρύτερη Περιοχή του Ολύμπου» στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς.

Το «βουνό των Θεών» αναγνωρίζεται πλέον διεθνώς ως μικτό μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς, καθώς η αξία του συνδυάζει το μοναδικό φυσικό περιβάλλον και τη βιοποικιλότητά του με την τεράστια πολιτιστική και μυθολογική του σημασία. Η απόφαση ελήφθη στο Μπουσάν της Νότιας Κορέας, στο πλαίσιο της 48ης Συνόδου της Επιτροπής Παγκόσμιας Κληρονομιάς.
Για την Ελλάδα, η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία. Ο Όλυμπος δεν είναι απλώς το υψηλότερο βουνό της χώρας, με κορυφή τον Μύτικα στα 2.918 μέτρα. Είναι ένας προορισμός που συνδέει το φυσικό τοπίο, την ορειβασία, την πεζοπορία και την περιπέτεια με την αρχαία ελληνική μυθολογία και την πολιτιστική κληρονομιά.
Και ακριβώς αυτή η μοναδική σύνθεση είναι που δημιουργεί πλέον νέες δυνατότητες για την τουριστική προβολή του Ολύμπου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.
Ήδη περισσότεροι από 50.000 επισκέπτες κάθε χρόνο
Ο Όλυμπος δεν περιμένει την UNESCO για να γίνει τουριστικός προορισμός. Η επισκεψιμότητά του είναι ήδη σημαντική και παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη του φυσιολατρικού και ορειβατικού τουρισμού.
Σύμφωνα με στοιχεία που μετέδωσε η ΕΡΤ3, περισσότεροι από 50.000 άνθρωποι εκτιμάται ότι επισκέπτονται και ανεβαίνουν κάθε χρόνο στον Όλυμπο, ενώ περίπου 6.500 επιχειρούν να φτάσουν μέχρι την κορυφή του Μύτικα.
Οι αριθμοί αυτοί αποκτούν πλέον διαφορετική δυναμική.
Η ένταξη στη λίστα της UNESCO αναμένεται να ενισχύσει την παγκόσμια αναγνωρισιμότητα του βουνού και να προσελκύσει ακόμη περισσότερους επισκέπτες από το εξωτερικό, ιδιαίτερα ταξιδιώτες που αναζητούν εμπειρίες στη φύση, πεζοπορικές διαδρομές, ορειβασία, οικοτουρισμό και προορισμούς με ισχυρό πολιτιστικό υπόβαθρο.
Με άλλα λόγια, ο Όλυμπος μπορεί να περάσει από έναν ήδη δημοφιλή ελληνικό ορεινό προορισμό σε ένα διεθνώς αναγνωρίσιμο brand φυσικού και πολιτιστικού τουρισμού.
Από τους 50.000 στους… πολλούς περισσότερους
Η πρόκληση αλλά και η ευκαιρία είναι μεγάλη.

Οι σημερινοί περισσότεροι από 50.000 επισκέπτες αποτελούν μια σημαντική βάση, πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί μια πολύ μεγαλύτερη διεθνής τουριστική αγορά.
Η UNESCO λειτουργεί ως ένα ισχυρό διεθνές «σήμα ποιότητας» και μπορεί να εντάξει τον Όλυμπο ακόμη πιο δυναμικά στους χάρτες των ταξιδιωτών που αναζητούν παγκόσμιας εμβέλειας φυσικά και πολιτιστικά αξιοθέατα.
Το γεγονός ότι περίπου 6.500 άνθρωποι επιχειρούν κάθε χρόνο την ανάβαση στον Μύτικα δείχνει, άλλωστε, τη δυναμική του ορειβατικού τουρισμού. Όμως ο στόχος δεν είναι μόνο να αυξηθεί ο αριθμός όσων θέλουν να φτάσουν στην κορυφή.
Το μεγάλο στοίχημα είναι να αυξηθεί συνολικά η επισκεψιμότητα στην ευρύτερη περιοχή, με περισσότερες ημέρες παραμονής και μεγαλύτερη τουριστική δαπάνη σε καταλύματα, εστίαση, οργανωμένες δραστηριότητες, οδηγούς βουνού, τοπικές επιχειρήσεις και υπηρεσίες.

Η περιοχή μπορεί να προσφέρει ένα πολύ ευρύτερο τουριστικό προϊόν: πεζοπορικές διαδρομές διαφορετικής δυσκολίας, αναρρίχηση, παρατήρηση της φύσης, δραστηριότητες περιπέτειας, πολιτιστικές επισκέψεις και γνωριμία με την ιστορία και τη μυθολογία του Ολύμπου.
Έτσι, η ανάβαση στον Μύτικα μπορεί να αποτελεί την κορυφαία εμπειρία, αλλά όχι τη μοναδική αφορμή για ένα ταξίδι στην περιοχή.
Ένας προορισμός για όλο τον χρόνο
Η νέα αναγνώριση μπορεί επίσης να συμβάλει στη διεύρυνση της τουριστικής περιόδου.
Ο Όλυμπος έχει τη δυνατότητα να προσελκύσει διαφορετικές κατηγορίες επισκεπτών: από έμπειρους ορειβάτες και πεζοπόρους μέχρι οικογένειες, φυσιολάτρες, φωτογράφους, επισκέπτες που ενδιαφέρονται για την ελληνική μυθολογία και ταξιδιώτες που αναζητούν αυθεντικές εμπειρίες.
Αυτό σημαίνει ότι η περιοχή μπορεί να διεκδικήσει μεγαλύτερη τουριστική κίνηση όχι μόνο κατά τους μήνες αιχμής, αλλά και σε περιόδους εκτός της παραδοσιακής καλοκαιρινής σεζόν.
Η σύνδεση του βουνού με την Πιερία, τις ακτές του Ολύμπου και τους σημαντικούς αρχαιολογικούς και πολιτιστικούς προορισμούς της περιοχής δημιουργεί ένα ιδιαίτερα ισχυρό τουριστικό «πακέτο»: βουνό, θάλασσα, αρχαιολογία, μυθολογία, φύση και γαστρονομία σε έναν ενιαίο προορισμό.
Η UNESCO φέρνει τουρίστες – αλλά και μεγαλύτερη ευθύνη
Η αύξηση της επισκεψιμότητας, ωστόσο, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτονόητα θετική εάν δεν συνοδευτεί από σωστή διαχείριση.
Η διεθνής αναγνώριση του Ολύμπου δημιουργεί πλέον την ανάγκη για ένα μοντέλο βιώσιμου τουρισμού, ώστε οι περισσότεροι επισκέπτες να μην οδηγήσουν σε υποβάθμιση του ίδιου του φυσικού περιβάλλοντος που κάνει το βουνό μοναδικό.
Η προστασία των μονοπατιών, η διαχείριση της αυξημένης κίνησης, η προστασία της βιοποικιλότητας, η αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής και η πρόληψη φυσικών καταστροφών αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία.
Η πρόκληση είναι επομένως ξεκάθαρη: ο Όλυμπος πρέπει να γίνει πιο γνωστός χωρίς να γίνει πιο ευάλωτος.
Η UNESCO, άλλωστε, δεν αποτελεί απλώς μια τουριστική διάκριση. Η εγγραφή ενός τόπου στον Κατάλογο Παγκόσμιας Κληρονομιάς συνοδεύεται από αυξημένη υποχρέωση προστασίας και διατήρησης της εξαιρετικής οικουμενικής αξίας του.
Από την ελληνική μυθολογία στην παγκόσμια τουριστική αγορά
Η ένταξη του Ολύμπου στην UNESCO έρχεται μετά από μια προσπάθεια περίπου 12 ετών και δίνει πλέον στο ελληνικό βουνό μια διεθνή «σφραγίδα» που μπορεί να αλλάξει την τουριστική του δυναμική.
Από την αρχαιότητα, ο Όλυμπος ήταν ο μυθικός τόπος κατοικίας του Δία και των θεών. Σήμερα, μπορεί να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους προορισμούς φυσιολατρικού και πολιτιστικού τουρισμού της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
Οι 50.000 και πλέον επισκέπτες τον χρόνο αποτελούν ήδη μια σημαντική βάση. Οι περίπου 6.500 που επιχειρούν να φτάσουν στον Μύτικα δείχνουν τη δύναμη της ορειβατικής εμπειρίας. Το επόμενο βήμα είναι να μετατραπεί αυτή η δυναμική σε μια οργανωμένη, βιώσιμη και διεθνώς ανταγωνιστική τουριστική ανάπτυξη.
Ο Όλυμπος δεν χρειάζεται πλέον να συστηθεί στον κόσμο ως ο μυθικός τόπος των θεών.
Με την απόφαση της UNESCO, αποκτά πλέον και επίσημα μια θέση στον παγκόσμιο χάρτη των κορυφαίων φυσικών και πολιτιστικών προορισμών.
Και το μεγάλο στοίχημα αρχίζει τώρα: πόσοι περισσότεροι ταξιδιώτες θα θελήσουν να γνωρίσουν από κοντά το «βουνό των Θεών» και, κυρίως, πώς θα μπορέσει η Ελλάδα να τους υποδεχθεί χωρίς να αλλοιώσει αυτό ακριβώς που τους έφερε εκεί.








