Ο Χάρης Φραγκούλης σκηνοθετεί την αρχαία τραγωδία Αντιγόνη του Σοφοκλή, η οποία ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη από τις 6 έως και τις 9 Οκτωβρίου στο θέατρο «Αμαλία».
Πρόκειται για μια μη τυπική σύνθεση που δημιουργεί στον θεατή την ευτυχή διάθεση της συνύπαρξης και της συμμετοχής και φιλοδοξεί να επαναπροσδιορίσει το αρχαίο δράμα σε κλειστό χώρο!
Συνεντεύξη στην ΕΥΗ ΑΝΔΡΙΚΟΠΟΥΛΟΥ
Σκηνοθετείτε την Αντιγόνη του Σοφοκλή. Τί ήταν αυτό που σας έκανε να επιλέξετε το συγκεκριμένο έργο;
Η Αντιγόνη αρχικά είχε ξεκινήσει για εκπαιδευτικούς λόγους και με σκοπό να πραγματοποιηθούν διάφορα σεμινάρια. Δεν είχα στον νου μου να την ανεβάσω ως παράσταση. Έχει όμως πολλές μορφές λόγου, έχει πολλές σκηνές, μεγάλους μονολόγους και αφηγήσεις που με οδήγησαν στο να την επιλέξω. Ο δεύτερος λόγος είναι γιατί θεωρώ πως οι λέξεις και ο λόγος έχουν υποστεί μια κακοποίηση, είτε αυτό αφορά στον προφορικό, είτε στην επαφή μας μέσου του κινητού και του Internent, όπου χάνονται πολλά μόρια. Έτσι ήθελα να δω πως είναι όταν δεν χάνονται αυτά τα μόρια και οι συλλαβές για να μπορεί μέσω αυτών να «αναπνεύσει» κάτι. Για αυτό έδωσα έμφαση στον λόγο και στις λέξεις.
Έχετε τροποποιήσει κάτι από την αρχαία τραγωδία;
Υπάρχει ένα κομμάτι, όπου στην θέση ενός χορικού έχει μπει μια προσευχή που την έχει γράψει ο Κορνήλιος (ο οποίος είναι υπεύθυνος για τη μουσική) και αποτελεί μια επίκληση στον Δία στο αρχαίο κείμενο και ενώ αναφέρεται στο δωδεκάθεο έχει κάτι πολύ συγγενές με τη χριστιανική θρησκεία. Η Αντιγόνη είναι ένα πρόσωπο το οποίο πέρα των πολλών τομών που έχει –της γυναίκας που αντιστέκεται και μιλά και πηγαίνει κόντρα στο κράτος– έχει και κάτι που πρεσβεύει και χωράει την αγάπη με έναν τρόπο που είναι πολύ χριστιανικός. Η φράση «γεννήθηκα για να αγαπώ» νομίζω πως είναι ένας πρόδρομος του χριστιανισμού. Πέρα από αυτό, το κείμενο παραμένει ως έχει.

Με ποιον τρόπο έχετε κινηθεί σκηνοθετικά;
Ξεκίνησα από το κείμενο χωρίς να προσθέσω κάτι το μεταμοντέρνο. Δεν με ενδιέφερε να αναπαραστήσω εκείνη την εποχή. Θεωρώ πως η ψυχική μετατόπιση δεν μπορεί να έρθει τόσο από μια αναπαράσταση, όσο μέσα από μια «βουτιά» στο κείμενο. Τα σκηνικά είναι λιτά. Η εικόνα που θα δείτε δεν είναι μια αναπαράσταση της αρχαίας Αθήνας. Ο θεατής βλέπει το θέατρο και ξαφνικά διαπιστώνει πως αυτό που νόμιζε πως ήταν ένα κάθισμα, είναι ένα βάθρο, αυτό που νόμιζε ότι είναι η σκαλωσιά του θεάτρου είναι το σπίτι του Κρέοντα. Με τη φαντασία και τη σύνθεση νομίζω ότι μπορεί να γίνει κάτι πολύ ωραίο!
Υπάρχουν σημεία που σας έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον και έχετε δώσει ακόμα μεγαλύτερη έμφαση σ’ αυτά;
Υπάρχουν κεντρικά νήματα από τα οποία βλέπεις από που «πιάνεις» το έργο. Διαβάζοντας το κείμενο, μετά από πέντε και έξι φορές άρχισαν να φωτίζονται στο μυαλό μου κι άλλα πράγματα, στα οποία αρχικά δεν τα είχα δώσει έμφαση. Όπως, για παράδειγμα, η φράση της Αντιγόνης, όπου λέει «ποιος ξέρει αν αυτά είναι ιερά στον Κάτω Κόσμο», άρχισε να με… πιέζει περισσότερο από την φράση «γεννήθηκα για να αγαπώ». Όσο περισσότερο χρόνο αφιερώνεις, τόσα περισσότερα κρυμμένα πράγματα βγαίνουν στην επιφάνεια…
Υπάρχουν μηνύματα που θέλετε να περάσετε στο κοινό, μέσω της αρχαίας τραγωδίας, είτε από τον δικό σας σκηνοθετικό τρόπο;
Ποτέ δεν έχω στο μυαλό μου να πω κάτι συγκεκριμένο και να το κάνω αυτό μέσω του θεάτρου. Συνήθως ασχολούμαι με ένα κείμενο και με το θέατρο για να καταλάβω πράγματα που δεν έχω καταλάβει και εκ των υστέρων καταλαβαίνω κάτι από αυτά. Σίγουρα μπορώ να πω, πως αγαπάω το θέατρο και αυτό κάπου με πάει και κάπως μυρίζομαι τα πράγματα και στρέφομαι εκεί που έχει ζουμί. Θα ήθελα μετά την παράσταση ο θεατής να αγαπήσει και να έχει περισσότερο όρεξη για τη ζωή. Το μήνυμα είναι και ο ίδιος λόγος που κάνω κι εγώ θέατρο: Για να πάρω ένα «εμβόλιο» περισσότερης ζωής – άλλες στιγμές για να αντέξω τη ζωή που δεν την αντέχω εκτός θεάτρου και άλλες στιγμές για να την απολαύσω περισσότερο απ’ ότι θα την απολάμβανα χωρίς το θέατρο.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ KARFITSA



